Πρόσφατα σχόλια



FORUM: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

Απ:Περισσεύματα ψωμιού
shubhupatil 8.7.2019 11:08
Απ:Παιχνίδι... Διλήμματα
Hlianna 25.2.2019 8:35
Απ:Αστεία ονόματα που έχουμε ακούσει....
Hlianna 25.2.2019 8:11
Απ:Παιχνίδι: Βρες τη λέξη !
Johnnys 23.2.2019 22:50
Απ:Αστεία ονόματα που έχουμε ακούσει....
Johnnys 23.2.2019 22:21
Απ:Παιχνίδι: Συνέχισε την Παροιμία......
Johnnys 23.2.2019 22:18
Απ:Παιχνίδι: Ναι ή Όχι;
Johnnys 23.2.2019 22:15
Απ:Παιχνίδι... Διλήμματα
Johnnys 23.2.2019 22:12
Απ:Παιχνίδι: Ερωτήσεις-Απαντήσεις !
Johnnys 23.2.2019 22:10
Απ:Μαγειρεύω....φράσεις!
Johnnys 23.2.2019 22:05
Απ:ψωμί ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ και συντηρητικά
Johnnys 23.2.2019 2:06
Απ:Τα μυστικά για ένα πετυχημένο κέικ
Johnnys 22.2.2019 23:47
Απ:Τα μυστικά για ένα πετυχημένο κέικ
Athina P 15.2.2019 10:59
Απ:Κεικ με τυρί μασκαρπόνε
Athina P 15.2.2019 10:52
Απ:Γιορτή !
Athina P 15.2.2019 10:50
Απ:Κάνναβη σε τροφές
Hlianna 2.2.2019 8:25
Απ:Περισσεύματα ψωμιού
Athina P 23.1.2019 9:31
Απ:Περισσεύματα ζυμαρικών
Athina P 23.1.2019 9:28
Απ:Περισσεύματα ψαριού!
Athina P 23.1.2019 9:12
Κάνναβη σε τροφές
Athina P 4.1.2019 18:03
Περισσότερα...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ


Γεια χαρά, Επισκέπτης
Παρακαλώ Σύνδεση ή Εγγραφή.    Χάσατε τον κωδικό σας;

Ποίηση - Λογοτεχνία
(1 μέλος/η είναι εδώ) (1) Επισκέπτης
Μετάβαση στο τέλοςΣελίδα: 12345678...10
ΘΕΜΑ: Ποίηση - Λογοτεχνία
#4679
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 6 Μήνες πριν  
..συνέχεια --->



Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο Τζόναθαν σκεφτόταν όλο και περισσότερο τη Γη, απ' όπου είχεν έρθει. Αν γνώριζαν εκεί κάτω το ένα δέκατο, το ένα εκατοστό μόνον απ' όσα κείνος ήξερε δω, πόσο νόημα θ' αποκτούσε η ζωή! Στεκόταν στην άμμο κι αναρωτιόταν αν θα υπήρχε κει κάτω ένας γλάρος που ν' αγωνίζεται να περάσει τους περιορισμούς του, να βρει νόημα στο πέταγμα πέρα από τα ταξίδια και το ψάξιμο για ξεροκόμματα από τις βάρκες. Ίσως να υπήρχε ακόμη και κάποιος απόβλητος, επειδή θα είχε τολμήσει να πει την αλήθεια κατάμουτρα στο Κοπάδι.
Κι όσο περισσότερο ο Τζόναθαν ασκείτο στα μαθήματα της καλωσύνης κι όσο δούλευε για να γνωρίσει τη φύση της αγάπης, τόσο ήθελε να γυρίσει πίσω στη Γη. Γιατί, παρά το μοναχικό του παρελθόν, ο Τζόναθαν Γλάρος ήταν γεννημένος για να γίνει δάσκαλος κι ο τρόπος να εκδηλώνει την αγάπη ήταν να δίνει κάτι από την αλήθεια που είχε ιδεί σε κάθε γλάρο που ζητούσε την ευκαιρία να την βρει κι εκείνος. Ο Σάλλιβαν, μύστης πιά στο πέταγμα με την ταχύτητα της σκέψης και δάσκαλος των άλλων, είχε πολλές αμφιβολίες.
-"Τζών, ήσουν απόβλητος κάποτε. Γιατί φαντάζεσαι πως οι γλάροι κείνης της εποχής θα σε ακούσουνε τώρα. Ξέρεις τη παροιμία κι είναι αληθινή: Βλέπει μακρύτερα ο γλάρος που πετά ψηλώτερα. Οι γλάροι κείνοι στέκονται στο χώμα, σκληρίζοντας και πολεμώντας μεταξύ τους. Απέχουνε χίλια μίλια από τον ουρανό και συ θες να τους τον δείξεις από κει κάτω που στέκουν. Τζών, δε μπορούν να δουν ούτε τις άκρες των φτερών τους! Μείνε δω. Βοήθησε τους νέους γλάρους μας που 'ναι αρκετά ψηλά, για να καταλάβουν αυτό που 'χεις να τους πεις". Σώπασε για μια στιγμή κι ύστερα είπε: "Τί θα 'χε γίνει, αν ο Τσιάνγκ είχε γυρίσει κι εκείνος πίσω στους δικούς του παλιούς κόσμους";
Το τελευταίο αυτό σημείο ήταν το πιο αποφασιστικό, ο Σάλλιβαν είχε δίκιο. Βλέπει μακρύτερα ο γλάρος που πετά ψηλώτερα. Ο Τζόναθαν έμεινε και δούλεψε για τα νέα πουλιά που έφταναν και που ήταν όλα πολύ έξυπνα και γρήγορα στην μάθησή τους. Αλλά τα παληά συναισθήματα ξαναγύριζαν. Δε μπορούσε να μη σκέφτεται ότι μπορεί να βρίσκονται στη Γη ένας ή δυο γλάροι που θα 'ταν ικανοί να μάθουν κι εκείνοι. Πόσα περισσότερα θα 'ξερε τώρα, αν ο Τσιάνγκ είχε έρθει να τονε βρει τη μέρα που τον έκαναν Απόβλητο!
-"Σάλλι, πρέπει να γυρίσω πίσω", είπε στο τέλος. "Οι μαθητές σου τα πηγαίνουνε περίφημα. Μπορούν να σε βοηθήσουν με τους καινούργιους".
Ο Σάλλιβαν αναστέναξε, αλλά δε διαφώνησε.
-"Μου φαίνεται πως θα μου λείψεις, Τζόναθαν", είπε μόνο.
-"Σάλλι, ντροπή", τον μάλωσε ο Τζόναθαν, "και μην είσαι ανόητος. Τί προσπαθούμε κάθε μέρα να εξασκήσουμε; Αν η φιλία μας βασίζεται στο χώρο και στο χρόνο, τότε, όταν ξεπεράσουμε το χώρο και το χρόνο, θα διαλύσουμε και την αδελφότητά μας! Όμως ξεπέρνα το χώρο κι ό,τι μένει είναι το Εδώ! Ξεπέρνα το χρόνο κι ό,τι μένει είναι το Τώρα! Και στο κέντρο του Εδώ και του Τώρα δε νομίζεις ότι θα μπορούμε να βλεπόμαστε συχνά";
Ο Σάλλιβαν Γλάρος γέλασε χωρίς να το θέλει.
-"Τρελό πουλί" είπε γλυκά. «Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να δείξει στους γλάρους που ζούνε στο χώμα πώς να βλέπουν χίλια μίλια μακρυά, αυτός είναι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος". Κοίταξε πάλι την άμμο. "Αντίο, Τζων, φίλε μου".
-"Αντίο, Σάλλι. Θα ξανασυναντηθούμε". Και με τα λόγια αυτά ο Τζόναθαν οραματίστηκε την εικόνα τού μεγάλου κοπαδιού των γλάρων στις ακτές των αλλοτινών εκείνων καιρών και σκέφτηκε, με την άνεση που δίνει η άσκηση, ότι δεν ήταν κόκαλα και φτερά, αλλά η Τέλεια Ιδέα της ελευθερίας και του πετάγματος, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό.
Ο Φλέτσερ Λυντ Γλάρος ήταν ακόμη πολύ νέος, αλλά γνώριζε κιόλας ότι το Κοπάδι σε κανένα πουλί δεν είχε φερθεί τόσο σκληρά και με τόση αδικία.
-"Δε με νοιάζει τι λένε», σκέφτηκε άγρια κι η όρασή του θόλωσε, καθώς πετούσε για τους Μακρυνούς Βράχους. "Το πέταγμα αξίζει πολύ περισσότερο από τα πεταρίσματά τους εδώ και κει. Μα κι ένα κουνούπι κάνει το ίδιο! Για μια μικρή, εναέρια τούμπα γύρω από τον Πρεσβύτερο Γλάρο, έτσι για αστείο, μ' έκαναν απόβλητο! Μα είναι τυφλοί! Δεν μπορούν να σκεφτούν τη δόξα που μας περιμένει, αν μάθουμε να πετάμε πραγματικά. Δέν με νοιάζει τι σκέφτονται. Θα τους δείξω τι θα πει πέταγμα. Θα είμαι ένας παράνομος, αφού το θέλουν. Και θα τους κάνω να μετανιώσουν".
Η φωνή ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του και παρ' όλο που ήτανε γλυκειά πολύ, τον τρόμαξε τόσο που κλονίστηκε και σκόνταψε στον άερα.
-"Μην είσαι τόσο σκληρός μαζί τους, Φλέτσερ Γλάρε. Διώχνοντάς σε οι άλλοι γλάροι, βλάψανε μόνο τον εαυτό τους και μια μέρα θα το μάθουν και θα το καταλάβουν αυτό που καταλαβαίνεις και συ. Συγχώρησέ τους και βοήθησέ τους να μάθουν".
Τρία εκατοστά από το δεξί ακρινό του φτερό πετούσε ο πιο αστραφτερός άσπρος γλάρος του κόσμου, γλυστρώντας χωρίς κόπο, χωρίς να κουνά ούτε φτερό, σε μια ταχύτητα που ήταν η πιο γρήγορη, σχεδόν που μπορούσε να φτάσει ο Φλέτσερ. Για μια στιγμή μες στο νεαρό πουλί έγινε χάος.
-"Τί συμβαίνει; Μήπως τρελάθηκα! Μήπως πέθανα; Τί είναι αυτό";
Μαλακά και ήρεμα η φωνή συνέχισε μέσα στη σκέψη του, ζητώντας μιαν απάντηση.
-"Φλέτσερ Λυντ Γλάρε. Θέλεις να πετάς";
-"ΝΑΙ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΩ"!
-"Φλέτσερ Λυντ Γλάρε, θέλεις να πετάς τόσο πολύ, που να συγχωρήσεις το Κοπάδι και μαθαίνοντας, να γυρίσεις πίσω για να βοηθήσεις να μάθουν κι αυτοί μια μέρα";
Ο Φλέτσερ δεν μπορούσε να πει ψέμματα σ' αυτό το μεγαλόπρεπο, επιδέξιο πλάσμα, όσο περήφανος και πληγωμένος κι αν ήταν ο εγωισμός του.
-"Ναι, θέλω", είπε σιγά.
-"Τότε Φλετς", του 'πε το λαμπρό πλάσμα κι η φωνή του ήταν όλο καλωσύνη, "ας αρχίσουμε με την Επίπεδη Πτήση".
Ο Τζόναθαν έκοβε βόλτες πάνω από τους Μακρυνούς Βράχους, επιτηρώντας. Αυτός ο νεαρός Φλέτσερ Γλάρος, κόντευε να γίνει ένας τέλειος μαθητής στο πέταγμα. Ήταν δυνατός, ελαφρύς και σβέλτος στον αέρα, μα το πιο σημαντικό ήταν πως είχε μια φλογερή έφεση για μάθηση. Και νάτος που 'φτανε τη στιγμή αυτή, μια θολή γκρίζα μορφή, όλο βρυχηθμό, καθώς έβγαινε από μια βουτιά και πέρναγε σαν αστραπή, με
εκατόν πενήντα μίλια την ώρα, δίπλα από το δάσκαλό του. Απότομα άρχισε μιαν ακόμη προσπάθεια για μια κατακόρυφη, αργή κύληση δεκάξη σημείων, μετρώντας δυνατά:
-"...οχτώ, ...εννιά, ...δέκα, ...κοίτα, Τζόναθαν η ταχύτητά μου σβήνει, ...έντεκα ...θα 'θελα ωραία, απότομα σταματήματα σαν τα δικά σου ...δώδεκα ...αλλά, να πάρει η οργή, δεν τα καταφέρνω, ...δεκατρία ...αυτά τα τελευταία σημεία ... δεκατέσσε... ααααα"!
Η πτώση αυτή στο τέλος της άσκησης γέμισε λύσσα και θυμό τον Φλέτσερ. Έγειρε πίσω, γκρεμίστηκε απότομα, στριφογυρίζοντας και τέλος ξαναβρήκε την ισορροπία του, τριάντα μέτρα κάτω από τα πόδια του δασκάλου του.
-"Χάνεις τον καιρό σου μαζί μου, Τζόναθαν. Είμαι βλάκας. Είμαι πολύ ανόητος. Προσπαθώ και προσπαθώ, αλλά ποτέ δεν θα τα καταφέρω"!
Ο Τζόναθαν Γλάρος τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του.
-"Και βέβαια δεν θα τα καταφέρεις, όσο εξακολουθείς να κάνεις την ανάβαση τόσο σφιγμένος. Φλέτσερ, έχασες σαράντα μίλια την ώρα στην εκκίνηση. Πρέπει να 'σαι πιο χαλαρός. Να θυμάσαι: σταθερός αλλά χαλαρός". Κατέβηκε στο επίπεδο του νεαρού γλάρου. "Ας το δοκιμάσουμε μαζί τώρα σε σχηματισμό. Και πρόσεχε το
ανέβασμα. Είναι μια μαλακιά, άνετη εκκίνηση".
Μετά από τρεις μήνες ο Τζόναθαν είχε έξη ακόμα μαθητές. Όλοι απόβλητοι, αλλά και περίεργοι να μάθουν γι' αυτή την καινούργια, παράξενη ιδέα, να πετάς για τη χαρά του πετάγματος. Όμως τους ήταν πιο εύκολο να προσπαθούν και ν' ασκούνται στις δύσκολες επιδόσεις, παρά να καταλαβαίνουν την αιτία πίσω απ' όλα αυτά.
-"Ο καθένας μας είναι στ' αλήθεια μια ιδέα του Μεγάλου Γλάρου, μια χωρίς όρια ιδέα ελευθερίας", τους έλεγε ο Τζόναθαν τα βράδυα στην ακτή, "κι η τελειότητα στο πέταγμα είναι ένα βήμα για να εκφράσουμε την αληθινή μας φύση. Κάθε τι που μας περιορίζει πρέπει να το παραμερίσουμε. Γι' αυτό γίνονται όλες αυτές οι ασκήσεις μεγάλης και μικρής ταχύτητας και των ακροβατικών..."
...κι οι μαθητές του είχαν αποκοιμηθεί, εξαντλημένοι από τις πτήσεις της ημέρας. Τους άρεσε η εξάσκηση, γιατί είχε ταχύτητα και ενθουσιασμό και γιατί χόρταινε τη πείνα τους για μάθηση, που μεγάλωνε με κάθε μάθημα. Μα κανείς τους δεν είχε κατορθώσει να πιστέψει -ούτε κι ο Φλέτσερ Λυντ Γλάρος, ακόμη- πως το πέταγμα των ιδεών μπορούσε να είναι τόσο πραγματικό, όσο το πέταγμα του ανέμου και των φτερών.
-"Όλο σας το σώμα, απ' άκρη σ' άκρη", τους έλεγε ο Τζόναθαν, άλλες φορές, "δεν είναι παρά η ίδια σας η σκέψη σε μιαn ορατή μορφή. Σπάστε τις αλυσίδες της σκέψης σας και θα σπάσετε τις αλυσίδες του σώματός σας..." Όμως, όσο ωραία και αν τα έλεγε, μοιάζανε με κάποιαν ευχάριστη φαντασία. Κι εκείνοι χρειαζόντουσαν τον ύπνο περισσότερο.
Μόλις ένα μήνα αργότερα, ο Τζόναθαν, τους ανακοίνωσε πως είχεν έρθει ο καιρός να γυρίσουν στο Κοπάδι.
-"Δεν είμαστε έτοιμοι" είπε ο Χένρυ Κάλβιν Γλάρος. "Δε μας θέλουν. Είμαστε Απόβλητοι! Γιατί ν' αναγκαστούμε να πάμε κει που δε μας θέλουν";
-"Είμαστε λεύτεροι να πάμε όπου θέλουμε και να 'μαστε αυτοί που είμαστε", απάντησε ο Τζόναθαν, σηκώθηκε από την άμμο και στράφηκε ανατολικά προς τη Γη του Κοπαδιού. Οι μαθητές του ταράχτηκαν, γιατί ήταν ο νόμος του Κοπαδιού να μην
επιστρέφει ποτέ ένας απόβλητος. Κι ο Νόμος δεν είχε παραβιαστεί ποτέ μέσα
στα δέκα χιλιάδες αυτά χρόνια. Ο Νόμος έλεγε «μείνετε», ο Τζόναθαν έλεγε «πάμε» κι είχε πετάξει κι όλας ένα μίλι πάνω από το νερό. Αν καθυστερούσαν λίγο ακόμη, θα έφταναν στο εχθρικό Κοπάδι μόνοι.
-"Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε στον νόμο αφού δεν είμαστε μέλη του Κοπαδιού", είπεν ο Φλέτσερ μ' αρκετή αυταρέσκεια. "Κι ύστερα, αν γίνει μάχη, θα 'μαστε πιο χρήσιμοι εκεί, παρά εδώ".
Κι έτσι πέταξαν από τα δυτικά, κείνο το πρωί, οι οχτώ τους σε σχηματισμό διπλού ρόμβου, με τις άκρες των φτερών τους ν' αγγίζουν. Φτάσανε πάνω από την ακτή του Συμβουλίου του Κοπαδιού με εκατόν τριάντα πέντε μίλια την ώρα. Ο Τζόναθαν ήταν η κεφαλή, ο Φλέτσερ με άνεση στο δεξί του φτερό κι ο Χένρυ Κάλβιν προσπαθώντας φιλότιμα στο αριστερό του. Ύστερα, ολάκερος ο σχηματισμός έγειρε προς τα δεξιά σαν ένα πουλί, ενώ ο αέρας τους μαστίγωνε όλους. Οι σκληριές κι οι φωνές της καθημερινότητας του κοπαδιού κόπηκανε λες κι ο σχηματισμός ήταν ένα γιγάντιο μαχαίρι. Οχτώ χιλιάδες γλαρομάτια κοιτούσαν χωρίς να κουνηθεί ούτε βλέφαρο. Ένα-ένα τα οχτώ πουλιά υψώθηκαν απότομα προς τα πάνω, κάνανε μια πλήρη «θηλειά», γυρίσανε πάλι και πολύ αργά προσγειώθηκαν όρθια στην άμμο. Και σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ο Τζόναθαν Γλάρος άρχισε τη κριτική του για τη πτήση:
-"Για να αρχίσουμε» είπε, μ' ένα πονηρό χαμόγελο, "όλοι αργήσατε λιγάκι να με προλάβετε..."
Κάτι σαν κεραυνός διαπέρασε το κοπάδι ολόκληρο. Τα πουλιά αυτά ήταν Απόβλητοι! Και ξαναγυρίσανε! Κι αυτό... αυτό δε γίνεται! Οι προβλέψεις του Φλέτσερ για μάχη χάθηκαν μες στη ταραχή του κοπαδιού.
-"Λοιπόν, ωραία, είναι Απόβλητοι" είπαν μερικοί νεαροί γλάροι, "αλλά πού στην ευχή μάθανε να πετάν έτσι"; Χρειάστηκε μια ώρα να φτάσει η Εντολή του Πρεσβύτερου σ' όλο το Κοπάδι:
-"Αγνοείστε τους. Ο γλάρος που μιλά σ' έναν Απόβλητο, γίνεται κι αυτός Απόβλητος! Ο γλάρος που κοιτάζει έναν Απόβλητο, παραβιάζει το Νόμο του Κοπαδιού". Από κείνη τη στιγμή οι γκρίζες φτερωτές πλάτες γύρισαν κατά πρόσωπο στον Τζόναθαν, αλλ' αυτός δε φάνηκε να το προσέχει. Συνέχισε τις ασκήσεις του ακριβώς πάνω απο την ακτή του Συμβουλίου και για πρώτη φορά άρχισε να εξωθεί τους μαθητές του στα όρια των δυνατοτήτων τους.
-"Μάρτιν Γλάρε!" φώναξε μες στον ουρανό. "Λες ότι ξέρεις τις πτήσεις μικρής ταχύτητας. Δεν ξέρεις τίποτε, αν δεν το αποδείξεις! ΠΕΤΑ"!
Κι έτσι, ο ήσυχος, μικρός Μάρτιν Ουίλλιαμ Γλάρος, ξαφνιασμένος που βρέθηκε κάτω από τα πυρά του δασκάλου του, κατάπληξε ακόμη και τον εαυτό του κι έγινε ο μάγος της χαμηλής ταχύτητας. Στο παραμικρό αεράκι μπορούσε να καμπυλώνει τα φτερά του, για να υψωθεί, χωρίς ούτε ένα φτερούγισμα, από την άμμο στα σύννεφα και ύστερα πάλι κάτω. Το ίδιο και ο Τσαρλς-Ρόλλαντ Γλάρος, που πέταξε πάνω στον 'Ανεμο του Μεγάλου Βουνού σε τρεις χιλιάδες μέτρα ύψος και γύρισε πίσω μελανός από τον κρύο αέρα, κατάπληκτος κι ευτυχισμένος, με την απόφαση αύριο να πάει
ακόμη ψηλότερα. Ο Φλέτσερ Γλάρος, που αγαπούσε τ' ακροβατικά όσο κανείς άλλος, κυριάρχησε στη κάθετη αργή κύληση των δεκαέξη σημείων και την επόμενη μέρα την αποκορύφωσε με μια τριπλή κυκλική περιστροφή, καθώς τα φτερά του αστράφτανε στο κάτασπρο φως του ήλιου, στην ακτή, απ' όπου περισσότερα από δυο μάτια,τον κοιτούσαν κρυφά.
Κάθε στιγμή ο Τζόναθαν Γλάρος βρισκόταν στο πλευρό του κάθε μαθητή του, δείχνοντας, συμβουλεύοντας, οδηγώντας. Πετούσε μαζί τους μες στη νύχτα, στα σύννεφα και στις καταιγίδες, για κέφι, ενώ το Κοπάδι σερνόταν αξιολύπητο στο χώμα. Όταν το πέταγμα τέλειωνε, οι μαθητές ξεκουράζονταν στην άμμο και με τον καιρό άρχισαν ν' ακούνε προσεκτικότερα τον Τζόναθαν. Είχε μερικές παράξενες ιδέες που δε μπορούσαν να καταλάβουν, αλλά είχε και μερικές πολύ καλές που τις καταλάβαιναν. Σιγά-σιγά τη νύχτα, ένας δεύτερος κύκλος σχηματιζόταν γύρω από τους μαθητές -ένας κύκλος περίεργων γλάρων, που παρακολουθούσαν μες στο σκοτάδι, ώρες ολάκερες, χωρίς να θέλουν να δουν ή να τους δουν και που χάνονταν λίγο πριν από την αυγή.
Ένας μήνας είχε περάσει από την Επιστροφή, όταν ο πρώτος γλάρος από το Κοπάδι πέρασε τη γραμμή και ζήτησε να μάθει να πετά. Μ' αυτή του τη πράξη, ο Τέρενς Λόουελ Γλάρος, καταδικάστηκε, ονομάστηκε Απόβλητος κι έγινε ο όγδοος από τους μαθητές του Τζόναθαν. Την άλλη νύχτα ήρθε από το Κοπάδι ο Κερκ Μάυναρντ Γλάρος, κουτσαίνοντας πάνω στην άμμο, σέρνοντας την αριστερή φτερούγα του, για να σωριαστεί στα πόδια του Τζόναθαν.
-"Βοήθησέ με", είπε πολύ σιγά, μιλώντας σαν ετοιμοθάνατος. "Θέλω να πετάξω -το θέλω πιο πολύ από κάθε τι άλλο στον κόσμο..."
-"Έλα μαζί μου τότε", είπε ο Τζόναθαν. "Υψώσου μαζί μου από το χώμα κι ας αρχίσουμε".
-"Δε καταλαβαίνεις. Η φτερούγα μου. Δε μπορώ να κουνήσω τη φτερούγα μου".
-"Μάυναρντ Γλάρε, είσαι λεύτερος να 'σαι ο εαυτός σου, ο αληθινός εαυτός σου, αυτή τη στιγμή και τίποτε δε μπορεί να σταθεί στο δρόμο σου. Είναι ο Νόμος του Μεγάλου Γλάρου, ο Νόμος που Είναι".
-"Λες ότι μπορώ να πετάξω";
-"Λέω πως είσαι λεύτερος".
Απλά και γρήγορα ο Κερκ Μάυναρντ Γλάρος άπλωσε τις φτερούγες του χωρίς κόπο και πέταξε μέσα στο σκοτεινό αέρα της νύχτας. Το Κοπάδι σηκώθηκε στο πόδι από τις δυνατότερες φωνές του, που μπόρεσε να βγάλει από εκατόν εξήντα μέτρα ύψος.
-"Μπορώ να πετάξω! Ακούτε! ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ"!
Με την ανατολή του ήλιου υπήρχαν γύρω στα χίλια πουλιά, που στέκονταν στον εξωτερικό κύκλο των μαθητών, κοιτώντας τον Μάυναρντ περίεργα. Δεν τα ένοιαζε αν τα έβλεπαν ή όχι. Κι άκουγαν, προσπαθώντας να καταλάβουν τον Τζόναθαν Γλάρο. Μίλησε για πολύ απλά πράματα: πως είναι σωστό να πετά ένας γλάρος, ότι η λευτεριά είναι η πραγματική φύση του όντος κι οτιδήποτε την εμποδίζει πρέπει να παραμεριστεί είτε λέγεται τελετουργικά, είτε δεισιδαιμονία, είτε περιορισμός οιασδήποτε μορφής.
-"Να παραμεριστεί", ακούστηκε μία φωνή από το πλήθος, "ακόμα κι αν είναι ο Νόμος του Κοπαδιού";
-"Ο μόνος αληθινός νόμος είναι αυτός που οδηγεί στη λευτεριά", είπεν ο Τζόναθαν. "Δεν υπάρχει άλλος".
-"Μα πώς περιμένεις να πετάξουμε σαν και σένα!" ήρθε μια άλλη φωνή. "Συ είσαι εκλεκτός, είσαι προικισμένος και θεϊκός, πάνω απ' όλα τα πουλιά".
-"Κοιτάξτε τον Φλέτσερ! τον Λόουελ! τον Τσαρλς-Ρόλλαντ! Είναι κι αυτοί εκλεκτοί, προικισμένοι και θεϊκοί; Όχι περισσότερο από σας όχι περισσότερο από μένα. Η μόνη διαφορά είναι πως αυτοί άρχισαν να κατανοούν τι πραγματικά είναι. Κι άρχισαν να το εξασκούν".
Οι μαθητές του, εκτός από τον Φλέτσερ, κουνήθηκαν ανήσυχα. Δεν είχανε συνειδητοποιήσει πως αυτό ήταν ό,τι έκαναν. Το πλήθος μεγάλωνε κάθε μέρα κι ερχόταν να ρωτήσει, να αποθεώσει, να σαρκάσει.
-"Λένε στο Κοπάδι πως αν δεν είσαι Γιος του Μεγάλου Γλάρου του ίδιου, τότε βρίσκεσαι χίλια χρόνια μπροστά από την εποχή σου", είπε μια μέρα στον Τζόναθαν ο Φλέτσερ, ύστερα από τις ασκήσεις της προχωρημένης ταχύτητας. Ο Τζόναθαν αναστέναξε. "Το τίμημα να μη σε καταλαβαίνουν", σκέφτηκε."Σ' ονομάζουν δαίμονα ή σε ονομάζουν Θεό".
-"Τί νομίζεις εσύ, Φλέτσερ; Είμαστε μπροστά από την εποχή μας";
Παρατεταμένη σιωπή.
-"Χμ, αυτό το είδος του πετάγματος υπήρχε πάντοτε, για να το μάθει όποιος ήθελε να το αναζητήσει. Κι αυτό δεν έχει σχέση με την εποχή. Είμαστε μπρος από τη συνήθεια, ίσως. Μπρος από τον τρόπο που πετούν οι περισσότεροι γλάροι".
-"Κάτι είναι κι αυτό", είπε ο Τζόναθαν και κύλησε σε μια βουτιά για λίγο. "Αυτό δεν είναι τόσο κακό, όσο το να βρισκόμαστε μπρος από την εποχή μας".
Συνέβη μια εβδομάδα αργότερα. Ο Φλέτσερ έδειχνε στοιχειώδη του πετάγματος υψηλής ταχύτητος σε μια τάξη νέων μαθητών. Μόλις είχεν ανυψωθεί από μια βουτιά του από τα δυο χιλιάδες τριακόσια μέτρα, σαν μια γκρίζα μακρυά γραμμή που σφύριζε, μερικά εκατοστά πάνω από την ακτή, όταν ένα μικρό πουλάκι, στο πρώτο του πέταγμα, έπεσεν ακριβώς πάνω στη πορεία του, φωνάζοντας τη μητέρα του. Σ' ένα δέκατο του δευτερολέπτου ο Φλέτσερ Λυντ Γλάρος, για ν' αποφύγει το μικρό, τινάχτηκε απότομα στ' αριστερά με διακόσια μίλια περίπου την ώρα κι έπεσε πάνω σε μια απότομη πλαγιά από σκληρό βράχο. Του φάνηκε σαν να 'ταν ο βράχος μια γιγάντια σκληρή πόρτα για έναν άλλο κόσμο. Μια έκρηξη φόβου, σοκ και μαυρίλα, καθώς χτύπησε... κι ύστερα πετούσε σ' ένα παράξενο ουρανό και ξεχνούσε, θυμόταν, ξεχνούσε κι ήταν φοβισμένος και λυπημένος, πολύ λυπημένος. Η φωνή τον έφτασε, όπως την πρώτη μέρα που είχε συναντήσει τον Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρο.
-"Τζόναθαν".
-"Γνωστός επίσης σαν ο Υιός του Μεγάλου Γλάρου", είπε ξερά ο δάσκαλος.
-"Τι κάνεις εδώ; Η πλαγιά! Δεν έχω... δεν πέθανα";
-"Ω Φλέτσερ, έλα τώρα... Σκέψου. Αν μου μιλάς αυτή τη στιγμή, τότε προφανώς δε πέθανες. Αυτό που κατόρθωσες να κάνεις ήταν ν' αλλάξεις επίπεδο συνείδησης κάπως απότομα. Τώρα πρέπει να διαλέξεις εσύ. Μπορείς να μείνεις εδώ και να συνεχίσεις να διδάσκεσαι στο επίπεδο τούτο -που είναι κάπως ψηλότερο από κείνο που άφησες- ή μπορείς να γυρίσεις πίσω και να συνεχίσεις να εργάζεσαι για το Κοπάδι. Οι Πρεσβύτεροι κει περιμένανε πώς και πώς να μας συμβεί κάτι κακό, αλλά εσύ τους διευκόλυνες τόσο πολύ, που τα 'χουνε χάσει".
-"Θέλω να γυρίσω πίσω στο Κοπάδι, φυσικά. Δε πρόλαβα καν ν' άρχίσω με τη νέα ομάδα".
-"Πολύ καλά Φλέτσερ. Θυμάσαι που λέγαμε ότι το σώμα μας δεν είναι παρά η ίδια η σκέψη..."
Ο Φλέτσερ κούνησε το κεφάλι του, άπλωσε τις φτερούγες του κι άνοιξε τα μάτια του στη βάση της απότομης πλαγιάς, στο κέντρο ολόκληρου του κοπαδιού, που 'ταν εκεί μαζεμένο. Ακούστηκε μεγάλος θόρυβος από σκληριές και κραυγές από το πλήθος, καθώς κουνήθηκε.
-"Ζει! Εκείνος που πέθανε ζει"!
-"Τον άγγιξε με το φτερό του! Τον έφερε στη ζωή! Ό Υιός του Μεγάλου Γλάρου"!
-"Όχι! Το αρνείται αυτό! Είναι ο δαίμονας. Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ! Ήρθε να διαλύσει το Κοπάδι"!
Ήταν εκεί περίπου ένα πλήθος από τέσσερις χιλιάδες γλάρους, φοβισμένο απ' αυτό που 'χε συμβεί κι η κραυγή «ΔΑΙΜΟΝΑΣ!» πήγε κι ήρθε ανάμεσά τους, σαν τον άνεμο της καταιγίδας. Με τα μάτια πετρωμένα, με κοφτερά ράμφη κοντοζύγωναν για ν' αφανίσουν.
-"Δεν θα αισθανόσουν καλύτερα, αν φεύγαμε, Φλέτσερ;" ρώτησε ο Τζόναθαν.
-"Αλήθεια, δεν θα 'χα πολλές αντιρρήσεις..." Στη στιγμή βρέθηκαν μαζί μισό μίλι μακρυά και τ' αστραφτερά ράμφη του πλήθους χτύπησαν τον άδειο αέρα! "Γιατί να 'ναι το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο να πείσεις ένα πουλί πως είναι λεύτερο και πως μπορεί να το αποδείξει και μόνο του, αν διαθέσει λίγο μόνο χρόνο για άσκηση. Γιατί πρέπει να 'ναι τόσο δύσκολο;" αναρωτήθηκε ο Τζόναθαν. Ο Φλέτσερ ανοιγόκλεινε ακόμη τα μάτια του από την αλλαγή του τοπίου.
-"Τί έκανες τώρα δα; Πώς ήρθαμε δω";
-"Δεν είπες ότι ήθελες να φύγουμε από το πλήθος";
-"Ναι, μα πώς το 'κανες αυτό";
-"Όπως και κάθε τι άλλο, Φλέτσερ, με άσκηση".
Μέχρι το πρωί το Κοπάδι είχε ξεχάσει κι όλας τη τρέλα του αλλά όχι κι ο Φλέτσερ.
-"Τζόναθαν, θυμάσαι που μου 'πες εδώ και πολύ καιρό ν' αγαπήσω το Κοπάδι τόσο που να γυρίσω να το βοηθήσω να μάθει";
-"Ναι".
-"Δε μπορώ να καταλάβω πώς μπορείς ν' αγαπάς έναν όχλο πουλιών, που μόλις πήγε να σε σκοτώσει"!
-"Ω Φλέτσερ! Μα δεν αγαπάς αυτό! Φυσικά δεν αγαπάς το μίσος και το κακό. Πρέπει να προσπαθήσεις για να δεις τον αληθινό γλάρο, το καλό μες στον καθένα τους και να τους βοηθήσεις να το δουν μέσα τους. Αυτό εννοώ αγάπη. Κι είναι όμορφο, όταν μάθεις τον τρόπο. Θυμήσου για παράδειγμα έναν άγριο νεαρό. Τον έλεγαν Φλέτσερ Λυντ Γλάρο. Μόλις τον είχαν αποβάλει. Ήταν έτοιμος να πολεμήσει μέχρι θανάτου το Κοπάδι, αρχίζοντας έτσι να χτίζει μια κόλαση για τον εαυτό του, πέρα στους Μακρυνούς Βράχους. Και νάτος σήμερα, χτίζοντας τον παράδεισό του κι οδηγώντας ολόκληρο το Κοπάδι στην κατεύθυνση αυτή".
Ο Φλέτσερ στράφηκε στον δάσκαλό του και για μια στιγμή Φόβος φάνηκε στα μάτια του.
-"Εγώ να οδηγώ; Τι εννοείς; Εγώ να οδηγώ; Εσύ είσαι ο δάσκαλός τους. Δε μπορείς να φύγεις!»
-"Δε μπορώ; Δε νομίζεις ότι υπάρχουν κι άλλα κοπάδια κι άλλοι Φλέτσερ, που χρειάζονται ένα δάσκαλο πιο πολύ από σένα που βρίσκεσαι κιόλας στο δρόμο προς το Φως";
-"Εγώ, Τζων, είμαι ένας απλός γλάρος και συ είσαι..."
-"...ο Μονογενής Υιός του Μεγάλου Γλάρου, υποθέτω". Ο Τζόναθαν αναστέναξε και βούτηξε προς τη θάλασσα. "Δεν μ' έχεις ανάγκη άλλο πια. Πρέπει όμως να συνεχίσεις ν' ανακαλύπτεις τον εαυτό σου σιγά-σιγά, κάθε μέρα, τον αληθινό, απέραντο Φλέτσερ τον Γλάρο. Αυτός είναι ο δάσκαλός σου. Χρειάζεται μόνο να τον καταλαβαίνεις και να τον ασκείς".
Μισό λεπτό αργότερα, το σώμα του Τζόναθαν μετεωριζόταν στον αέρα ακτινοβολώντας κι άρχιζε να γίνεται διάφανο.
-"Μη τους αφήσεις να κυκλοφορήσουν ανόητες φήμες για μένα και με θεοποιήσουν. Έτσι Φλέτσερ; Είμαι ένας γλάρος. Μου αρέσει να πετώ, ίσως..."
-"ΤΖΟΝΑΘΑΝ"!
-"Φτωχέ μου, Φλετς. Μη πιστεύεις τι σου λένε τα μάτια σου. Όλα όσα σου δείχνουν είναι περιορισμός. Κοίτα την κατανόησή σου, ανακάλυψε αυτό που γνωρίζεις ήδη και θα βρεις τον τρόπο να πετάξεις".
Η λάμψη σταμάτησε. Ο Τζόναθαν Γλάρος είχε εξαφανιστεί μέσα στον άδειο αέρα. Μετά από λίγο, ο Φλέτσερ μάζεψε τις δυνάμεις του και πέταξε μαζί μ' έναν όμιλο μαθητών, που ανυπομονούσαν για το πρώτο τους μάθημα.
-"Για ν' αρχίσουμε», είπε βαρειά, "πρέπει να καταλάβετε πως ένας Γλάρος είναι μια απεριόριστη ιδέα ελευθερίας, μια εκόνα του Μεγάλου Γλάρου και πως όλο σας το σώμα, από τη μια ως την άλλη άκρη των φτερών σας, δεν είναι παρά η ίδια σας η σκέψη".
Οι νεαροί γλάροι τον κοίταξαν με απορία.
-"Έλα τώρα", σκέφτηκαν, "αυτό που είπες δε μοιάζει για κανόνας τεχνικής πτήσης".
Ο Φλετσερ αναστέναξε και ξανάρχισε.
-"Χμμ, πολύ καλά", είπε και τους κοίταξε εξεταστικά. "Ας αρχίσουμε από την Επίπεδη Πτήση"! Και λέγοντάς το κατάλαβε ξαφνικά πως ο φίλος του δεν ήταν περισσότερο θεϊκός από τον Φλέτσερ τον ίδιο. "Όχι όρια, Τζόναθαν" σκέφτηκε. "Καλά λοιπόν. Δεν θ' αργήσω κι εγώ να εμφανιστώ μες στον αέρα στη δική σου ακτή και να σου δείξω κανα-δυό μυστικά για το πέταγμα"!
Και παρ' όλο που προσπαθούσε να φαίνεται πολύ σοβαρός στους μαθητές του, ο Φλέτσερ Γλάρος τους είδε ξαφνικά όπως αληθινά ήσαν, για μια μόνο στιγμή. Κι αυτό που είδε του άρεσε. Κι ακόμη περισσότερο, το αγάπησε.
"Όχι όρια, Τζόναθαν"; σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Ο αγώνας του για τη μάθηση είχεν αρχίσει.
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Τελευταία διόρθωση: 04/06/2009 14:56 από Hlianna.
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4727
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 6 Μήνες πριν  
Κάποιος σφυρίζει μέσα μου έναν παλιό σκοπό Χουλιαράς Νίκος

Ο χρόνος δεν με θέλει πια. Πάει, τώρα, πολύς καιρός που βλέπω μοναχά την πλάτη του.
Κρυφές αρρώστιες με διεκδικούν, μα συνεχίζω, όπως μπορώ, ετούτη τη μακρά θητεία.
Τριάντα έξι χρόνια πέρασαν κιόλας από τη μέρα εκείνη που είδα για πρώτη και τελευταία φορά τον παππού μου δίχως ο ίδιος να με βλέπει. Ήταν μια μέρα με βροχή και κατηφόριζε στη μυστική πλαγιά των Φιλανθρωπηνών.
Από ώρες σφηνωμένος στο σανιδένιο τελευταίο παλτουδάκι του και με το πρόσωπό του κίτρινο και άκαμπτο, λες κι ήταν σκαλισμένο σε σκληρό τυρί, κυμάτιζε πάνω απ’ τα χόρτα της πλαγιάς και τις βρεγμένες πέτρες, καθώς εκείνοι που τον σήκωναν δεν έτυχε να έχουνε το ίδιο ύψος. Τα μάτια του ήταν κλειστά κι απ’ το πικρό του στόμα, δεν έβλεπα να ανεβαίνουν πια οι δαχτυλήθρες του καπνού που, τόσα χρόνια, έμοιαζαν να είναι η μόνη ορατή προέκτασή του προς τον ουρανό. Μόνο κάτι μαβιά λουλούδια τρέμανε δίπλα στα κίτρινα ―απ’ τον πολύ καπνό― μουστάκια, λες και δυνάμεις σκοτεινές είχαν βαλθεί, την ώρα εκείνη, να του κάνουν πλάκα.
Από τη μέρα αυτή και ύστερα, το δρόμο του παππού μου ακολούθησαν ―δίχως σειρά προτεραιότητας― και οι υπόλοιποί μου συγγενείς που βρίσκονταν ―στην αλυσίδα που μας ένωνε― μπροστ’ από μένα.

Προχτές το βράδυ κι ενώ πήγαινα, ακόμη μια φορά, επίσκεψη στο σπίτι του αδερφού μου, στάθηκα στο περίπτερο που μένει ανοιχτό στη γειτονιά του μέχρι αργά τη νύχτα, γιατ’ είχα μείνει από τσιγάρα.

Κάθε φορά που πάω στον αδερφό μου, την πατάω. Το βλέμμα μου καρφώνεται σε κείνη την παλιά φωτογραφία που έχει κρεμασμένη πάνω απ’ τον καναπέ. Κοιτάζω μέσα εκεί, λοιπόν, τα ηλιοτρόπια του πατρικού μας κήπου, που, σαν υπέροχα φωτιστικά, σκύβανε από πάνω μας ρίχνοντας φως ασπρόμαυρο στου κεφαλιού μας τη φουντίτσα και μένω, πάντα, με την αίσθηση πως δεν περάσαν ούτε δύο λεπτά απ’ τη στιγμή εκείνη: από τη μέρα, δηλαδή, αυτή της άνοιξης που, κρατημένοι απ’ το χέρι, στέκαμε μπροστά στο φωτογραφικό φακό που μας απαθανάτισε ―σαράντα πέντε χρόνια πριν― μέσα σ’ αυτό τον κήπο.

Ας είναι. Αγόρασα, λοιπόν, απ’ το περίπτερο το δεύτερο πακέτο της ημέρας και τ’ άνοιξα πηγαίνοντας προς τη μεριά που είχ’ αφήσει τ’ αυτοκίνητο.
Ένας αέρας κρύος φύσαγε τα μίζερα δεντράκια που, σφηνωμένα στο τσιμέντο, έμοιαζαν σαν να φυλάγανε σκοπιά έξω απ’ το κλειστό και φωτισμένο, μ’ ένα φως πρασινωπό, κρεοπωλείο της απέναντι πλευράς.
Χωρίς να ξέρω το γιατί, αμέσως πέρασα απέναντι και στάθηκα μπροστά στις παγερές βιτρίνες με τα κρέατα, ανάβοντας τσιγάρο.
Πίσω απ’ το τζάμι ―στην κάθετη κολόνα αυτού του μαγαζιού― ένας καθρέφτης μ’ έδειχνε να με κοιτώ έτσι όπως ήμουν ακριβώς, αυτή την ώρα: ένας άντρας που ’χει περάσει από πάνω του ολόκληρη η ζωή, πενήντα πέντε χρόνων, μόνος του κι άναυδος στην ερημιά αυτής της συνοικίας, με το πικρό τσιγάρο του να κρέμεται στην άκρη των χειλιών, κι όλο να στέλνει προς το νυχτωμένο ουρανό εκείνο τον λεπτό καπνό, λες και συνέχιζε την προσευχή που είχ’ αφήσει ατέλειωτη, πριν από χρόνια, ο παππούς του σ’ άλλο μέρος.
Βλέποντας την εικόνα αυτή, συνειδητοποίησα ακαριαία, πως είχα μείνει μόνος πια, δίχως κανέναν συγγενή μου προς τα πίσω. Η αλυσίδα που με ένωνε μ’ αυτούς είχε κοπεί από καιρό κι εγώ στεκόμουν τώρα απορημένος κι άναυδος στην άκρη αυτής της κλίμακας ―που οδηγεί με τρόπο μαθηματικό προς την ανυπαρξία― αφού η ζωή το θέλησε να είμαι πια ο μεγαλύτερος σε ηλικία απ’ όλους μου τους συγγενείς που ζουν σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, παρόλο που, από καιρό πιο πριν, θα έπρεπε να το ’χα υποπτευθεί πως θα συνέβαινε κι αυτό, καθώς ο θειος μου ο Χαρίλαος μου τηλεφώναγε ―το καλοκαίρι που μας πέρασε― συνέχεια και μου ζητούσε αν ήταν δυνατόν να επαναλάβουμε, για μια φορά ακόμη, εκείνη την παλιά βολτίτσα στους αγρούς έξω απ’ τη γενέθλια πόλη.
Εκείνη την ανέμελη ποδηλατάδα του ’56 μου ζήταγε να επαναλάβουμε ―πηγαίνοντας αργά και κουβεντιάζοντας οι δυο μας― μέχρι τη βρύση του Πασά, άσχετα αν τώρα πια ο τόπος εκεί γύρω έχει αλλάξει εντελώς αφού χτιστήκαν οι αγροί και μπλοκ, ολόκληρα, κατοικιών ορθώθηκαν σ’ αυτό το μέρος, μέχρι ψηλά, στην τάφρο εκείνη με τα χαμομήλια, όπου παλιά ήταν το σύνορο για τους φυματικούς: εκείνους τους φυματικούς που ζούσανε, συχνά, κλεισμένοι πίσω απ’ τα κάγκελα του σανατόριου, μα κατεβαίνανε κρυφά μέχρι την τάφρο αυτή ―ιδίως τις γιορτές της άνοιξης― και, με τα μάτια φλογισμένα απ’ τον πυρετό, κοιτάζανε με πόθο κι αγαπούσαν νοερά όλες εκείνες τις απόκρημνες γυναίκες, που, κάποτε, αγαπήσαμε κι εμείς απελπισμένα.

Αν δεν το είχα από τότε υποπτευθεί θα έπρεπε, τουλάχιστον, να το’χα καταλάβει πια, δυο μήνες ακριβώς αργότερα, όταν εκείνη η γυναίκα στο Θησείο θα έβλεπε, στα κατακάθια του καφέ που μόλις είχα πιει, το θάνατο του θείου μου τρεις ώρες πριν με πάρει στο τηλέφωνο ο ξάδερφός μου ο Βασίλης για να μου πει, ότι στ’ άλήθεια τώρα πια, ο θειος μου ο Χαρίλαος, είχε δυο ώρες που ’χε φύγει από τούτη τη ζωή οριστικά, και έκανε ποδηλατάδα μόνος του στον ουρανό.

Απέναντί μου, στο κομό, δίπλα στον μαύρο ελέφαντα, που πήρα απ’ το Μοναστηράκι, ένα ρολόι του μεσοπολέμου χωνεύει, ηχηρότατα, τα δευτερόλεπτα που ―με επιφωνήματα, μεταλλικά, μονότονα― πέφτουν νεκρά, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, μέσα εκεί, στη σιδερένια του κοιλιά, υπενθυμίζοντάς μου, με τον τρόπο τους, πως τίποτε δεν σταματά. Ο θάνατος εργάζεται ακατάπαυστα όπως, εξάλλου, κι η ζωή, αφού, την ίδια ώρα στο μπαλκόνι μου βλέπω τα πρώτα φύλλα της κληματαριάς που ξεπηδήσαν ήδη τρυφερά και καταπράσινα ―στις άκρες του στεγνού της του κορμού, υπηρετώντας στα τυφλά, για μια φορά ακόμη, της φύσης το πανάρχαιο και σκοτεινό καθήκον.

Και νά που ήρθε πάλι η άνοιξη· θα ’ρθει και το καλοκαιράκι.
Το νιώθω. Κάποιος μέσα μου άρχισε να σφυρίζει σιγανά εκείνο τον παλιό σκοπό που ήξερε κι η μάνα μου.


(από το Στο σπίτι του εχθρού μου, Nεφέλη 1995)
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4742
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 6 Μήνες πριν  
Η Ηρωική Αντίληψις Της Ζωής
Ιωάννης Συκουτρής

Η ηρωική αντίληψις της Ζωής αναχωρεί από την αρχήν, ότι η Ζωή είν' ένας διαρκής αγών, μία αδιάκοπος, χωρίς τέρμα και χωρίς σταμάτημα, μάχη εναντίον της φύσεως, εναντίον των άλλων ανθρώπων, εναντίον του εαυτού μας. Επομένως και ο άνθρωπος, κάθε γενεάς, αποτελεί μίαν συνεχή μ ε τ ά β α σ ι ν προς κάτι άλλο, προς κάτι ανώτερον. Όχι προς ένα διαφορετικόν είδος οργανικού όντος (τον υπεράνθρωπον π.χ. του Nietzsche), αλλά προς το να γίνη φορεύς μιας ανωτέρας, δηλαδή εντονωτέρας και πλουσιωτέρας μορφής της Ζωής. Έτσι κάθε άνθρωπος αξιόλο γος είν' ένας πρόδρομος, που αντλεί το νόημα της υπάρ ξεώς του όχι από το παρελθόν ούτ' από το παρόν, αλλ' από το μέλλον και μόνον. Το παρελθόν ως παρελθόν το αγνοεί, προς το παρόν ευρίσκεται εις πόλεμον συνεχή. Όχι μόνον προς εκείνο το παρόν, το οποίον δεν είν' εις την ουσίαν του παρά επιβίωσις του παρελθόντος, ή μάλλον διατήρησις του σώματος αυτού οφειλομέν' εις την δειλίαν ή την νωθρότητα των συγχρόνων ανθ ρώπων· ο ηρωικός άνθρωπος μάχεται και προς το γνήσιον πα ρόν, το παρόν που ζη γύρω του και ζη μέσα του.
Και εδώ ακριβώς κείται η τ ρ α γ ι κ ό τ η ς του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα· μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν - και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ' εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ' αυτόν τον τρόπον χρη σιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί. Έτσι τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτόν του, εκλέγων ούτως ειπείν το επικινδυνότερον σημείον, μέσα εις την ορμήν και την οργήν παντοδαπών συγ κρούσεων. Συγκρούσεων προς τούς συγχρόνους του, οι οποίοι τον μισούν, διότι μισούν το μέλλον εις το πρόσωπόν του. Συγ κρούσεων προς τον ίδιον τον εαυτόν του, μιας πάλης μεταξύ της πραγματικότητάς του, που ανήκει εις το παρόν, και των δυ νατοτήτων του, που ανήκουν εις το μέλλον, που ε ί ν α ι το μέλλον, που θα τας πολεμήση και πάλιν εν ονόματι άλλων δυνα τοτήτων από την στιγμήν που θα γίνουν πραγματικότης.
Κατ' αυτόν τον τρόπον ζη τ α υ τ ο χ ρ ό ν ω ς ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισ σότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ' εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.
Αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς - περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματ' άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ' άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ λά θα το κάνη όχι από πνεύμ' αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η α ι σ θ η τ ι κ ή, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ' είναι π ρ ο ν ό μ ι ο ν των εκλε κτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υ π έ ρ των άλλων, υ π ό των άλλων - το πολυτιμότερον προνό μιον! Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν' ο καρπός - αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση, διά ν' αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν' εκείνος που θάπτεται διά να εορτασθή η α ν ά σ τ α σ ι ς, και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει.
Αλλ' ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδε μή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον όχι μορφή ζωής -και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος και μόνος αυ τός ζη έ ν τ ο να και π λ ο ύ σ ι α ολόκληρον την ζωήν. Αλ λά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι' αυτόν ό,τι συνήθως νοού μεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.
Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βά θος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση - και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να δ ί δ η ς.
Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ' ανάγκην π ο λ υ μ ε ρ ή ς, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν' αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκεί νοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του. Μ έ σ α τ ο υ ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του και τας αποδίδει με τον προσωπικόν του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ' ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ' ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ' απ' όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβε ται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.
Αλλ' η πολυμέρεια αυτή δεν σημαίνει και δ ι ά σ π α σ ι ν, απώλειαν έρματος ατομικού, διάχυσιν και θόλωμα του πυρήνας της προσωπικότητας - αυτό συμβαίνει στους πολλούς, όταν ποτέ θελήσουν να είναι πολυμερείς. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον η πολυμέρεια δεν αίρει τη συγκέντρωση· τη καθιστά ισχυρο τέρα, την α π ο δ ε ι κ ν ύ ε ι ισχυροτέραν. Δεν θα ήτον ηρωικός άνθρωπος, αν δεν ήτο μία δυνατή προσωπικότης, και δυνατή προσωπικότης σημαίνει ισχυρόν κεντρικόν εγώ, που να συγκρατή τας ψυχικάς περιπετείας και τα εξωτερικά περι στατικά, τα πετάγματα και τα ενδιαφέροντα εις μίαν σφικτο δεμένην ενότητα όχι μόνον χρονικής διαδοχής, αλλά συνο χής λογικής, αναγκαιότητος ηθικής.
Η πολυμέρεια του ηρωικού ανθρώπου παρέχει πολλάκις την εντύπωσιν αντιφατικότητος. Είναι τόσον πλουσία η προσωπικότης του, ώστε το καθένα της μέρος, η καθεμία της πλευρά, θα ημπορούσε ν' αποτελή (και αποτελεί διά τους πολ­λούς) έναν αυτόνομον κόσμον, διαφορετικόν από τον κόσμον που θα ημπορούσε ν' αποδώση μία άλλη πλευρά του. Είναι λοι πόν ν' άπορής πώς οι πολλοί τας ευρίσκουν ασυμβιβάστους; Αλλ' ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ' ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα - και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατι κότητα. Ειδεμή, τί θέλγητρον θα είχε δι' αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ' ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ' ευκαιρία και ανυψώσεων.
Πράγματι ο π ό λ ε μ ο ς κι ο κ ί ν δ υ ν ο ς είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ' η ε π ι τ υ χ ί α. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη - να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ' ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των τριακοσίων εις τας Θερμοπύλας...
'Αλλωστε γενικώς η επιτυχία είναι διά τον ηρωικόν άνθρω πον μία λέξις, μία πραγματικότης ίσως -όχι α ξ ί α. Δεν την ξέρει, ούτε τον ξέρει εκείνη. Αν επίστευεν ολιγώτερον εις τον εαυτόν του, θα ήτο δι' αυτό απογοητευμένος. Αν επίστευεν ολι γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτο απαισιόδοξος. Αλλ' επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ' έξω μας, κι εκείνος έχει μ έ σ α τ ο υ τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ' ή ζωή του ούτ' η ευτυχία του. Και τί μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη;
Έπειτα η επιτυχία σημαίνει φρόνησιν, και η φρόνησις είναι προσαρμογή της ψυχής προς τα πράγματα, κ α τ α β ι β α σ μ ό ς δηλαδή και ολιγάρκειά της, διά να συμμορφωθή προς την καθημερινότητα του εξωτερικού κόσμου. Ενώ η σοφία και η αποστολή του ηρωικού είναι ν' α ν α β ι β ά σ η τα πράγματα προς την ψυχήν του, να τα γεμίση με νόημα τόσον, ώστε να γίνουν αντάξιά του. Δι' αυτό παρέχει την εντύπωσιν άφρονος κι ε ί ν α ι άφρων. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ' ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα. Ο ηρωικός άνθρω πος είν' ο αιωνίως νέος - τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυ χα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βα δίζει· χορεύει.
Αυτός είν' ο λόγος που θεωρείται και είναι άνθρωπος α β ο ή θ η τ ο ς εις την συνήθη πρακτικήν ζωήν. Και ένας άλλος λόγος: δεν έχει τη φρόνησιν να δ υ σ π ι σ τ ή προς τους γύ ρω του. Να δυσπιστή προς τί; Διά ν' αποφύγη κινδύνους; Μα αυτούς είναι ακριβώς, που αναζητεί η ψυχή του. Τούς αναλαμβάνει όχι από επαγγελματικήν συνήθειαν η από βιοπορι στικόν καταναγκασμόν -οι ακροβάται και οι θηριοδαμασταί θα ήσαν τότε οι ηρωικώτεροι των ανθρώπων- αλλ' ως εσωτερικήν προσταγήν της μοίρας του, ως το ιερώτερον δικαίωμα που τού δημιουργεί η υπεροχή του. Οι πολλοί καμαρώνουν δι' όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι' όσους υπεβλήθησαν· περιγράφουν τας επιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν' αδικηθής παρά ν' αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.
'Αλλωστε προς τί να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεν τρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τους άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Απασχολούνται κατ' ανάγκην, αφού δεν είναι τόσον πλούσιον το εγώ των, ώστε να τούς απασχολή εκείνο έντονα και ικανοποιητι κά. Ο ηρωικός όμως αποτελεί ο ίδιος κ έ ν τ ρ ο ν τ ο υ ε α υ τ ο ύ τ ο υ, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μο ναξιάς του. Δι' αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παρα βγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ' αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.
Πουθενά δεν φαίνεται περισσότερον η υ π ε ρ η φ ά ν ε ι α του ηρωικού ανθρώπου, παρά εις τον τρόπον που δι εξάγει τους λεγομένους αγώνας ιδεών. Δεν αποβλέπει ποτέ εις το να νικήση. Τι θα ειπή να νικήση; Να δεχθούν τας απόψεις του; Συμφορά! Ο ίδιος ξέρει τι τού εστοίχισεν ως που να κατα λήξη εις αυτάς, τι τ ό λ μ η εχρειάσθη - sapere aude, λέγει ο αρχαίος ποιητής - τι εσωτερικήν ω ρ ί μ α ν σ ι ν προϋποθέτει. Έτσι, ανησυχεί μάλλον παρά ποθεί εκείνον, που θα τας δεχθή κατ' επιταγήν ή ως προϊόν μιας συντόμου συζητήσεως.
Διά ν' αποκτήση μήπως ο π α δ ο ύ ς; Είν' αληθές, ότι πολλοί αισθάνονται την ανάγκην να κάνουν προπαγάνδαν διά τας ιδέας των, σαν να φοβούνται, ότι δεν θα είναι ορθαί, αν δεν τας ανεγνώριζαν και άλλοι, κατά το δυνατόν πολυαριθμότεροι. Αλλ' εκείνος γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμε νον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ' η ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει. Όχι το τ ι πιστεύεις, αλλά το π ώ ς πιστεύεις ό,τι πιστεύεις. Ότι τας θεμελιώδεις, τας ζωτικάς πεποιθήσεις σού ρυθμίζει κατά βάθος η μοίρα σου, όχι τανάπαλιν. Και η μοίρα σου είναι κάτι απολύτως προσωπι κόν· δεν ημπορείς μήτε να το δανεισθής, μήτε να το δανείσης. Έπειτα τι σημαίνει διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο αριθμός; Εκείνος θέλει, και ως πνευματικός άνθρωπος ακόμη, να εργάζεται, όχι να συνεργάζεται· είναι ανδρικώτερον...
Έτσι κι όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη οποίος είναι. Και ακρι βώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν' ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.
Κι όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέν τρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ' ευρί σκοντ' αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι. Έ τσι κι ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν' ανακοινώση -όχι ν' ανακοινώση· ν α τ ρ α γ ο υ δ ή σ η μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του- να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ' αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ' ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν' ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν' ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.
Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι' αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι ν α δ α π α ν ά, ακριβέστε ρον ακόμη: ν α δ α π α ν ά τ α ι. Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ' αναπλη ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά... Όσα και να σκορπίση, πάντοτ' εκ του περισσεύματος θα είναι.
Εκ του περισσεύματος αντλεί κι η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ' αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι' αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Κι ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.
Και είν' η χαρά του να σκορπά: όλα τ' αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως κ τ ή μ α τ α, αλλ' ως χ ρ ή μ α τ α (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι· γ ί ν ο ν τ α ι αγαθά, αφ' ης στιγμής και εφ' όσον δαπανώνται.
Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προ θυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι' αυτόν δράσις και κά ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ' αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.
Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον - η σκέψις είναι δι' αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει - ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δί δει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ' άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύ λασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ πίαν.
Κι είναι φυσικόν· αφού διατηρεί ζωντανά και καθαρά τα χαρίσματα του γνησίου αριστοκράτου: την μοναξιά του, το αίσθημα της ανεπιμειξίας, το θάρρος και την ικανότητα προς πε ριφρόνησιν, τας μακροχρονίους αφοσιώσεις, την αρχοντικήν μεγαλοδωρίαν. Προ παντός το αίσθημα της προσωπικής τιμής, ενώπιον της οποίας όλα τ' άλλα, πλούτος και μόρφωσις, εξουσία και υγεία, είν' ένα μηδέν.
Η ζωή ενός ανθρώπου, καθώς αυτού που περιέγραψα, δεν ημπορεί παρά να είναι σύντομος. Σύντομος όχι πάντοτε με την κοινήν σημασίαν· ημπορεί κάποτε να ζήση και πολλά χρό νια, αλλά πάντα θα είν' ολίγα, σχετικώς με την πλησμονήν της ζωτικότητός του. Άλλωστ' η ηλικία είναι κάτι σχετικόν· δεν μετρείται πάντως με την διάρκειαν, με το περιεχόμενόν της μετρείται. Είν' έννοια ηθική, όχι αστρονομική.
Συνήθως όμως είναι σύντομος και υπό την συνήθη χρήσιν της λέξεως. Σύντομος, διότι ο ηρωικός άνθρωπος περνά ολόκληρον την ζωήν του εις το πολυκίνδυνον μέτωπον του πολέμου. Σύντομος διότι πάντοτε είναι, από την μοίραν του και μόνην οδηγούμενος, ε ρ α σ ι θ ά ν α τ ο ς.
Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν' αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν υ φ ί σ τ α τ α ι τον θάνατον. Δι' αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι π ά σ χ ε ι ν, είναι π ρ ά τ τ ε ι ν. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημά της αντλεί από το τέλος, του οποίου είν' η αρχή. Και είναι το τέλος ο θάνατος, αλλά και η τελείωσις.
Αλλ' ο πληθωρισμός της ζωής είναι τόσος μέσα του, ώστε και ο θάνατός του δεν είν' εκμηδένισις πλέον. Μεστώνει από περιεχόμενον, από ηθικήν αναγκαιότητα, πλημμυρίζει από την χαράν και την ωραιότητα μιας τελευταίας νίκης - παρόμοια με τον ήλιον, ο οποίος, κλίνων προς την δύσιν, ενδύεται την πορ φυράν του μεγαλοπρέπειαν.
Αν θα είν' εκούσιος ο θάνατος ή ακούσιος, δεν έχει σημα σίαν. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο θάνατος είναι πάντοτ' ε κ ο ύ σ ι ο ς, αφού ο δρόμος, που συνειδητά εδιάλεξε και βαδί ζει, μοιραίως και αναγκαίως οδηγεί προς τα εκεί. Άλλωστε δια λέγει συνήθως ο ίδιος τον θάνατόν του και την ώραν του, με την εσώψυχον πίστιν ότι δικαίωμά του απόλυτον είναι: Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ' από την συγκατάθεσίν σου· το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη - διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.
Αλλ' εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δο χείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει - και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί. Οργή Κυρίου...

Από το βιβλίο του: Φιλοσοφία ζωής
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4806
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 6 Μήνες πριν  
Το Σπίτι Κοντά Στη Θάλασσα -Γιώργος Σεφέρης

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει το κυνήγι
είταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ' αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίιτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που πάιζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ' εκείνους που έμειναν μ' εκείνους που έφυγαν
μ' άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ' ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να 'ρθεί, πως τον στολίζουν
μ' άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να 'ρθεί να μ' αποχαιρετήσει
ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ' τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4885
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 6 Μήνες πριν  
Σάρκινος Λόγος - Γ. Ρίτσος

Ι.
Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ' τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ' τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ, τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μιά γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μια τρικυμία φυσημένη απ' την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο υλική, τόσο άπιαστη.
Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ' το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Μιά γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μιά λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.
Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μια έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.
Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ' το χρόνο κι απ' το θάνατο πέρα, σε μιά μοναχική παγκόσμιαν ένωση.
Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.

11.
Θέλω να περιγράψω το σώμα σου.
Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό.
Το σώμα σου ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους.
Το σώμα σου βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος.
Το σώμα σου δυό νύχτες με καμπαναριά,
με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.
Το σώμα σου ένα ημίφωτο μπαρ με μεθυσμένους ναύτες και καπνέμπορους·
χτυπάνε στράκες, σπάζουν ποτήρια, φτύνουν, βλαστημούν.
Το σώμα σου ένας ολάκερος στόλος υποβρύχια, θωρηκτά, κανονιοφόροι· θορυβώδεις άγκυρες ανεβαίνουν· τρέχουν νερά στο κατάστρωμα·
ένας μούτσος πηδάει απ' το κατάρτι στη θάλασσα.
Το σώμα σου πολύφωνη σιωπή σκισμένη από πέντε μαχαίρια, τρεις ξιφολόγχες κι ένα σπαθί.
Το σώμα σου μια διάφανη λίμνη, στο βυθό της φαίνεται η λευκή βουλιαγμένη πολιτεία.
Το σώμα σου ένα τεράστιο ακάθεκτο χταπόδι μες στη γυάλα του φεγγαριού
με ματωμένα πλοκάμια πάνω απ' τις φωταγωγημένες λεωφόρους, όπου το απόγευμα
πέρασε αργόπρεπα η κηδεία του τελευταίου αυτοκράτορα.
Πολλά λουλούδια πατημένα μένουν στην άσφαλτο βρεγμένα με βενζίνη.
Το σώμα σου ένα παλιό μπορντέλο της οδού Προαστίου με γριές πουτάνες, βαμμένες
με λιπαρά φτηνά κραγιόνια· φοράνε ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες·
είναι και μια νεαρή πρωτόπειρη, ηδονίζεται μ' όλους τους πελάτες,
αφήνει τα λεφτά στο κομοδίνο της, ξεχνάει να τα μετρήσει.
Το σώμα σου είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι·
κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα· κάθε τόσο χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της.
Το σώμα σου ένα τζιτζίκι στ' αφτί του τρυγητή,
ρίχνει μια σκιά μενεξελιά στο μελαμψό λαιμό του
και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.
Το σώμα σου είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στη κορφή του λόφου,
έντεκα ολόλευκα άλογα αλωνίζουνε τα στάχυα της Γραφής·
χρυσάφι τ' άχυρα καρφώνουνε μικρούς καθρέφτες στα μαλλιά σου
και λαμποκοπούν τα τρία ποτάμια όπου μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα σκύβουν, πίνουν νερό και κλαίνε.
Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου απερίγραπτο.
Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου,
να το χωρέσω και να με χωρέσει.
Αθήνα 18.11.80

Από "Τα Ερωτικά" εκδόσεις "ΚΕΔΡΟΣ" (αποσπάσματα) 1981
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4910
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 6 Μήνες πριν  
Καινούριος Νταν Μπράουν το Φθινόπωρο

Η συνέχεια του "Κώδικα Ντα Βίντσι" πέντε χρόνια (και 80 εκατομμύρια πωλήσεις) μετά.........το "Χαμένο Σύμβολο"
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
Μετάβαση στην αρχήΣελίδα: 12345678...10
Συντονιστές: Margo  Bianka 
Μεταφορά στην κορυφή