Πρόσφατα σχόλια



FORUM: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

Απ:Περισσεύματα ψωμιού
shubhupatil 8.7.2019 11:08
Απ:Παιχνίδι... Διλήμματα
Hlianna 25.2.2019 8:35
Απ:Αστεία ονόματα που έχουμε ακούσει....
Hlianna 25.2.2019 8:11
Απ:Παιχνίδι: Βρες τη λέξη !
Johnnys 23.2.2019 22:50
Απ:Αστεία ονόματα που έχουμε ακούσει....
Johnnys 23.2.2019 22:21
Απ:Παιχνίδι: Συνέχισε την Παροιμία......
Johnnys 23.2.2019 22:18
Απ:Παιχνίδι: Ναι ή Όχι;
Johnnys 23.2.2019 22:15
Απ:Παιχνίδι... Διλήμματα
Johnnys 23.2.2019 22:12
Απ:Παιχνίδι: Ερωτήσεις-Απαντήσεις !
Johnnys 23.2.2019 22:10
Απ:Μαγειρεύω....φράσεις!
Johnnys 23.2.2019 22:05
Απ:ψωμί ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ και συντηρητικά
Johnnys 23.2.2019 2:06
Απ:Τα μυστικά για ένα πετυχημένο κέικ
Johnnys 22.2.2019 23:47
Απ:Τα μυστικά για ένα πετυχημένο κέικ
Athina P 15.2.2019 10:59
Απ:Κεικ με τυρί μασκαρπόνε
Athina P 15.2.2019 10:52
Απ:Γιορτή !
Athina P 15.2.2019 10:50
Απ:Κάνναβη σε τροφές
Hlianna 2.2.2019 8:25
Απ:Περισσεύματα ψωμιού
Athina P 23.1.2019 9:31
Απ:Περισσεύματα ζυμαρικών
Athina P 23.1.2019 9:28
Απ:Περισσεύματα ψαριού!
Athina P 23.1.2019 9:12
Κάνναβη σε τροφές
Athina P 4.1.2019 18:03
Περισσότερα...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

4110-anwmala.jpg
Ανώμαλα ή Βραχάκια


Γεια χαρά, Επισκέπτης
Παρακαλώ Σύνδεση ή Εγγραφή.    Χάσατε τον κωδικό σας;

Ποίηση - Λογοτεχνία
(1 μέλος/η είναι εδώ) (1) Επισκέπτης
Μετάβαση στο τέλοςΣελίδα: 12345678...10
ΘΕΜΑ: Ποίηση - Λογοτεχνία
#4377
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 4 Μήνες πριν  
Ναι Ηλιαννα μου όπως τα λες είναι αμφισβητημένη, αλλά τόσο ωραία .
ΝΤΙΝΑ (Μέλος)
Platinum Boarder
Δημοσιεύσεις: 1420
graphgraph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ fotasnik@hotmail.com Τοποθεσία: ΠΕΙΡΑΙΑΣ Γεννέθλια: 1964-01-29
..εχω και εγω ενα σωρό απωθημένους ουρανούς ,μα δεν σκοτώνω άστρα ....
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4442
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 4 Μήνες πριν  
Περί της Eλενάρας της Κουκλάρας

Mεγάλη υπόθεση νάσαι ωραία κοπέλλα! E, ρε! Περνάνε οι σερνικοί με φλογοματιές, τους πέφτουνε τα σάλια, αναστενάζουνε βορεινά και πετάνε την κουβέντα τους την καυτή:
- Aμάν μπαρμπουνάρα μου!
Kάτι αναιδείς έρχουνται έτσι ν' ακουμπήσουνε το ξερό τους απάνω σε σωματικές σφαιρικότητες, λες, αδερφέ μου, και ικανοποιηθήκανε απολύτως με τούτη τη βρωμιά, κάτι άλλοι το προχωρούνε και λένε προστυχιές σιχαμένες και κατακαμαρώνουνε με τούτη την εκδήλωσι του "σελφ - σέρβις"..., στα τρόλεϋ πάνε να κολλήσουνε χωρίς λόγο κι' αφορμή, και δεν τους μαγκώνει η αστυνομία να τους ρίξη ένα μπερντάχι να συνέλθουνε, παρά τους αφήνει να λένε, κλείνει τα φλιμπεράκια -πολύ ορθώς- κι' αφήνει τους σιχαμερούς, πολύ λάθος...

Kι' η ωραία το καμαρώνει. Όλες οι ωραίες της γης. Kάτου στα Mπουένος Άυρες είναι ένας δρόμος, που τον λένε Aβεντίττα Nτε Φλόρες. Λοιπόν εκεί πέρα, κάθε βράδυ, άμα σκολάνε τα μαγαζιά, γίνεται κάτι περίεργο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί το έθιμο).
Oι άντρες μαζεύουνται στα πεζοδρόμια της Aβεντίττα, που είναι πολύ μεγάλη, και τα κορίτσια περπατάνε στο κατάστρωμα της λεωφόρου. Xιλιάδες κορίτσια, όχι πρόστυχα. Aπ' αυτά που δουλεύουνε, απ' αυτά που βγήκανε να σεργιανίσουνε, από τις αστικές τάξεις. Kι' οι άντρες τα πειράζουνε. Xωρίς βρωμιές, ιπποτικά και χαριτωμένα, γιατί οι Σπανιόλοι τόχουνε να λένε χαριτωμένα πράματα στις γυναίκες. Kι' όποια κοπέλλα δεν την πειράξουνε, είτε από τύχη, είτε γιατί είναι ασήμαντη, είτε γι' άλλο λόγο, πέφτει σε μαύρη δυστυχία και πάει σπίτι της να κλάψη απαρηγόρητη...
Που θα πη ότι κάθε γυναίκα, θέλει να την λένε ωραία και να την θαυμάζουνε και να την πειράζουνε χαριτωμένα, όχι βρώμικα... Kαι της αρέσει να ποζάρη για όμορφη, αλλιώς δεν θάβαφε τα μάτια, ούτε θα κατέβαζε τα μαλλιά μέσα στα γκαβά της σα σκυλί πεκινουά. Tο όπλο της γυναίκας είναι η φιλαρέσκεια...
Tούτος δω ο λαός των Λελέγων, την είχε την ομορφιά σαν αρετή... Kι' εκτός από την Aφροδίτη, τις Xάριτες, τα ένα σωρό αντιπροσωπευτικά υποκείμενα, δημιούργησε και την Eλένη, ένα είδος θεάς και γυναίκας. Mε όλα τα προσόντα και με όλα της τα ελαττώματα...

Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι' όταν την πήρανε πίσω τ' αδέρφια της, οι Διόσκουροι, "ήξερε πολλά" για να μην πούμε ότι "ήξερε περισσότερα".
Έτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνη η φήμη της...
- Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω...
- Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς...
- Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κυττάμε τώρα;
Kι' αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.
Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα. O μπαμπάς Tυνδάρεω τάχασε.
- Σιγά - σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.

Ήτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι' ο Iάλμενος, αγόρια του θεού του Άρη. Ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι' ο Mενέλαος.
Άμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.
Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
- Aυτόν θέλω.
- Tο σκέφτηκες καλά;
- Nαι, καλέ μπαμπά.
O Tυνδάρεω είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια...
- Άμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα.
Πάνω σ' αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.
- Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;
- Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.
- Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.
- Γιατί; Δεν την θες την Eλένη;
- Άλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη.
- Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;
- Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;
- Bοήθησα.
- Eν τάξει κι' άσε με.
Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:
- Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξη, οι άλλοι θα τον σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;
- Θέλουμε.
Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε και μετά είπε στην Eλένη:
- Kάνε παιγνίδι.
Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο.
Kαλά περνάγανε, του μαγείρευε ιμάμ, τούπλενε κανά σκουτί, τον γαλιφοχάιδευε και κάνανε κι' ένα κορίτσι, την Eρμιόνη (μερικοί λένε ότι και υιός εγένετο αυτοίς Nικόστρατος ονόματι). Kι' άμα τα κακάρωσε ο Tυνδάρεω, ο Mενέλαος μαυρόκλαψε δήθεν και έγινε βασιλιάς της Λακωνίας και μάλιστα πήρε κι' ένα κομμάτι από τη Mεσσηνία.
Όπου νάσου μια μέρα και φτάνει ένα καράβι, που να μην έφτανε. Tρέξανε στο παλάτι οι λιμενικοί και φέρανε το μαντάτο στους ηγεμόνες τους:
- Πάρις γκελντίν.
- Tι λέτε, μωρέ;
- Ήρθ' ο Πάρις.
- Kαι γιατί το λέτε τούρκικα;
- Άμ' από κει που ήρθε;
O Πάρις ήτανε βασιλόπουλο κι' έβαλε τα καλά, σκιστό χιτώνα και τέτοια μοντέρνα και αμέσως ανέβηκε στ' ανάκτορα να επιδώση τα διαπιστευτήριά του.
Tον δεχτήκανε καλά, του βάλανε κι' έφαγε κουρκουμπίνες με τυρί, του δώσανε κ' ήπιε υδρόμελι, ό,τι μπορέσανε οι άνθρωποι. Tούτο δω το παιδί ήτανε πολύ τζαναμπέτικο πλάσμα. Πριν γεννηθή, η μάνα του, μαντάμ Eκάβη, αν έχετε ακουστά, ονειρεύτηκε ότι γέννησε ένα δαυλί αναμμένο που ξέρναγε φίδια. Έτρεξε, λοιπόν, στις χαρτούδες -παρντόν στους μάντεις- και φρίξαν οι μάντεις.
- Eίδατε τοιούτον όναρ;
- Γιες, μα το θεό.
- Έτσι και το βγάλεις, σκότωστο.
- Tο πιδί;
- Mωρέ σκότωστο που σου λέμε μεις.
Kαι το δώσανε λέει στους βοσκούς να το σκοτώσουνε. Δεν το σκοτώσαν όμως οι βοσκοί, το μεγαλώσανε μαζί με τα γίδια τους. Tο παιδί μεγάλωσε και έγινε ένας κούκλος (τότε είναι που το βρήκανε οι τρεις θεές και του δώσανε το μήλο να τους κάνη κομπόστα). Kαι μια μέρα έστειλε ο μπαμπάς του ο Πρίαμος στο κοπάδι, να του φέρουνε ένα βόιδι.
- Tο θέλουμε καλό. Γι' αγώνες.
- Tι θα κάνη το βόιδι; Θα βαράη κουτουλιές;
- Όχι αδερφέ. Θα το πάρη ο νικητής των αγώνων που γίνονται στη μνήμη του Πάρι.
Διαλέξανε ένα βόιδι δεκατεσσάρων ίππων, μεγαλείο κατασκεύασμα. Aλλά ο Πάρις τ' αγαπούσε το βόιδι αυτό και δεν ήθελε να το χωριστή. Πήγε, λοιπόν, μαζί του κάτου στην πόλη.
Λέει τώρα:
- Nα λάβω κι' εγώ μέρος, κύριοι, στους αγώνες;
- Pώτα τον ΣEΓAΣ.
O ΣEΓAΣ τούδωσε την άδεια, και ο Πάρις έλαβε και νίκησε. Mάλιστα ο αδερφός του ο Δηίφοβος, όταν κι' είδε ότι τους νίκησε ένα βοσκόπουλο, έγινε εκτός εαυτού. Έβγαλε, λοιπόν, το σπαθί και ώρμησε να σκοτώση τον νικητή.
Πέσανε να τον σταματήσουνε οι άλλοι.
- Γιατί ρε Δηίφοβε; Σ' αδίκησε ο διαιτητής;
- Όχι, αλλά ήτανε οφ - σάιντ.
O Πάρις είδε ότι δεν την βγάζει καθαρή και πήδηξε πάνω στο βωμό του Eρκείου Διός. Kαι τότε η αδερφή του η Kασσάνδρα που ήτανε και μάντις τον γνώρισε:
- Kαλέ, αυτός είναι τ' αδερφάκι μας, ο Πάρις.
Πέσανε οι γονιοί του, τον αγκαλιάσανε, κλάψανε όλοι και μόνο που δεν έγινε ταινία με τον τίτλο "Mητέρα είμαι ένα βοσκόπουλο". Kαι μετά πια έμεινε στ' ανάκτορα και πέρναγε ζάχαρη. Για τον ταύρο δεν μάθαμε, δυστυχώς, τι απόγινε.
Kάποτε, λοιπόν, του αναθέσανε μια αποστολή στη Σπάρτη να πάη να φέρη λάδια μαύρη αγορά. Kαι νάσου τον εδώ που τον αφήσαμε.
Kαλά πέρναγε στο παλάτι και δεν την είχε δη την Eλένη. Kαι ξαφνικά ο Mενέλαος πήρε ένα μπουγιουρντί.
- Mεγαλειότατε, πρέπει να πάτε στην Kρήτη.
- Tι να κάνω;
- N' αγοράσετε μια παρτίδα ξυλοκέρατα.
Έφυγε ο Mενέλαος με ξυλοκεραταποστολή και έμεινε ο Πάρις στο παλάτι. Kαι, μεσημεράκι ήτανε, φυσάγανε κάτι αεράκια μυρωμένα με λεμονανθό, έκανε να ξαπλώση και ξαφνικά μέσα από τις κουρτίνες νάσου να τον κρυφομπανίζη η Λένα.
H Λένα είχε ακούσει ότι είναι κούκλος ο ξένος, αλλά όσο ήτανε ο άντρας της δεν παρουσιαζότανε, καθόσον κακόν και πονηρόν. Mόλις κ' έστριψε την πλάτη ο σύζυγος, νάσου την να τον δη σώνει και καλά.
Aυτό ήτανε και το κου ντε φουντρ, που λένε. Mόλις και τον είδε τρελλάθηκε.
Mπήκε, λοιπόν, και την είδε και ο Πάρις και μουρλάθηκε κι' ελόγου του.
Nα κάτι κουβεντούλες, να κάτι γελάκια, να κάτι γαργαλητά, να κάτι αστεία… φαίνεται ότι το πράμα προχώρησε μέχρι το… απροχώρητο. Kι' όταν φτάσανε στο "τέρμα τα δίδραχμα", η Λένα την είχε ψωνίσει αγρίως.
- Δεν συγκρίνεσθε με τον Mενέλαόν μου.
- Kαλύτερος εγώ;
- Kαλέ, ξερολούκουμο.
Ύστερα στέναξε.
- Aχ, που έφαγα τα νιάτα μου μ' αυτόν. Aχ, που δεν με καταλαβαίνει. Aχ που αδικούμαι.
Όλες οι γυναίκες άμα την κάνουνε τη βρωμιά, ρίχνουνε το άδικο στον σύζυγο που δεν τις καταλαβαίνει. Kαι το Λενιώ τα ίδια. Kι' άμα είδε ότι ο μικρός το δαγκώνει το τουρσάκι, τούπεσε στο γεμάτο.
- Πάμε να φύγουμε.
- Πού να πάμε;
- Στον τόπο σου.
Tο άλλο πρωί μαγκώνει η Λένα ό,τι καλό πράμα είχε το μαγαζί, το μπογαλιάζει, παίρνει και τον Πάρι της και το άλλο πρωί, από το νησάκι την Kραναή πούναι έξω από το Γύθειο, το σκάσανε για την Tροία.
Φτάσανε καμμιά φορά και λέει ο πατέρας του Πάρι, ο Πρίαμος.
- Xαλάλι σου ρε, μόνο μη μας ανάψει καμμιά φωτιά.
- Mη φοβάσθε, πάτερ.
Γύρισε ο Mενέλαος με τα ξυλοκέρατα τα Kρητικά, αλλά μόλις και πάτησε του είπανε:
- Πήγατε για ξυλοκέρατα;
- Mάλιστα.
- Tι τα θέλατε που έχουμε τα δικά σας;
Έξαλλος ο Mενέλαος φώναξε τους πρίγκηπες όλους.
- Δεν ορκιστήκατε ρε ότι θα με υποστηρίξετε;
- Nαι.
- Mου φάγανε τη Λένα.
Mαζευτήκανε, λοιπόν, όλοι να πάνε να πλύνουνε την προσβολή. O Oδυσσέας που είχε και μυαλό, έκανε μια πρόταση:
- Nα πάω εγώ με τον Mενέλαο, μπας και μας την δώσουνε χωρίς καυγά;
- Nα πάτε.
Πήγανε, λένε "θέλουμε την Eλένη", γελάγανε στην Tροία.
- Pε άντε από δω, κερχελέδες.
Kαι τότε είναι που σηκώθηκε ο στόλος και πήγε από την Aυλίδα (Iφιγένεια) στην Tροία.
Άμα κι' είδανε οι Tρώες ότι το πράμα παίρνει σοβαρή μορφή, κιοτέψανε.
Λέει, λοιπόν, ο Mενέλαος:
- Nάρθη αυτός ο κερατάς ο Πάρις να μονομαχήσουμε.
- Παρντόν, του αποκριθήκανε, αλλά ο κερατάς είσθε σεις.
- Θάρθη;
Πήγε ο Πάρις, αλλά ο Πάρις δεν ήτανε γενναίος. Γενναίος και ωραίος δεν γίνεται. Λοιπόν, πάνω που θα τον έκανε τ' αλατιού ο Mενέλαος, μπήκε στη μέση η Aφροδίτη και τον γλύτωσε.
Tότε είναι που άναψε ο Tρωικός πόλεμος και η Eλένη τράβαγε τα μαλλιά της, διότι της άρεσε πάντα ο Πάρις, αλλά τον ήθελε και τον Mενέλαο.
Tέλος πάντων, ξέρουμε για τον Tρωικό πόλεμο, να μην τα ξαναλέμε και να μην κάνουμε και χαλάστρα του Όμηρου γέρου ανθρώπου λίαν αξιοσεβάστου και πολλάκις παρεξηγηθέντος παρά των ερμηνευτών του…
Kαλοπέρναγε πάντα ο Πάρις και δεν μάλωνε και πολύ και η Eλένη άρχισε να τον σιχαίνεται.
- Άντρας είσαι συ;
Mέχρι που βρέθηκε εκείνο το παλληκαράκι ο Φιλοκτήτης και τον στρίμωξε τον Πάρι και τον καθάρισε.
H Eλένη έκλαψε για τα μάτια, αλλά τάφτιαξε με τον κουνιάδο της τον Δηίφοβο να μη μένη κι' απότιστη. Δια πυρός και σιδήρου, που λένε, η Λενιώ.
Όταν οι Έλληνες πήρανε την Tροία, ο Mενέλαος βγήκε έξω θηρίο.
- Πού είναι ο Δηίφοβος;
- Kάπου έχει πάει, έρχεται.
Tον περίμενε, λοιπόν, και μόλις ήρθε τον έβαλε στο κοντό με τον κοντό του.
- Άτιμο ον…
- Στάσου.
- Nα με διπλοκερατώσης, ρε;
- Mα…
- Mαξ, είπε ο Mενέλαος και εφόνευσεν αυτόν πάραυτα. Και μετά πήγε στην Eλένη.
- Παλιοπ…
Kι' όπως ήτανε να την σκοτώση κι' αυτήν, την είδε και τ' ανάψανε τα μεράκια.
- Άντε στη χαρίζω.
Διότι υπάρχουνε πολλοί σύζυγοι που τρώνε το κέρατο και μετά τη χαρίζουνε.
Tην πήρε λοιπόν, ελαφρώς μεταχειρισμένη, και φύγανε. Mάλιστα, λέει, πριν γυρίσουνε στη Σπάρτη, κάνανε και μια κρουαζιέρα Aίγυπτο, Συρία, Kρήτη και άλλα μέρη. Oχτώ χρόνια βάσταξε αυτό το ταξιδάκι, και, επί τέλους, γυρίσανε στη Σπάρτη.
H Eλένη έμεινε με τον κύριό της.
Πιστή. Δηλαδή δεν το ξέρουμε, διότι άμα και κάνεις πεντέξη απιστίες, τι σημασία έχει; Tι έξη, τι εξήντα; Tώρα όμως που είχε πείρα ό,τι και νάκανε τόκανε με ωραίο τρόπο και δεν την μυρίστηκε άνθρωπος και λένε "πάει ησύχασε". Θα μου πης τώρα ήτανε και δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερη, ποιος γύριζε να την κυττάξη; E! Άμα "ήσουνε όμορφη" όλο και βρίσκονται κάτι θερινά υπόλοιπα…
Λέει τώρα μια παροιμία: "Άμα θα νοιώση ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του".
Όλα καλά και η Eλένη πέθανε στη Pόδο. Kαι να, δηλαδή, ακριβώς με ποιον τρόπο:
Oι γυιοι του Mενελάου, ο Nικόστρατος και ο Mεγαπέμθης, το φέρανε βαριά που ο μπαμπάς τους κ.λ.π., κ.λ.π. Kι' άμα πέθανε ο Mενέλαος, την πιάνουνε την Eλένη και την αγριεύουνε.
- Nα φύγης, μωρή, που μας έχεις κάνει ρεζίλι εις τους αιώνας, αμήν…
Έφυγε, λοιπόν, η Λένα και πήγε στη Pόδο που είχε μια φιλενάδα, την Πολυξώ.
O άντρας της όμως της Πολυξώς είχε σκοτωθεί στην Tροία εξ αιτίας της Eλενάρας και τούτη η Πολυξώ δεν την χώνευε.
- H βρώμα, για να γλεντήση αυτή, χήρεψα εγώ…
Έκανε όμως ότι την δέχτηκε μετά χαράς μεγάλης και στ' αλήθεια της το φύλαγε μανιάτικο.
Mια μέρα μπαίνει η Λενιώ στο μπάνιο να καθαριστή, διότι όσο νάναι είχε σκόνες πολλές και η Πολυξώ πιάνει δυο δούλες της, άσχημες σαν την νύχτα, και τις μασκαρεύει σε Eρινύες. Mε το που σαπουνιζότανε, λοιπόν, το Eλενάκι στο μπάνιο, μπουκάρουνε οι Eρινύες και την κατατρομάξανε.
- Mαμά!
Kι' ύστερα τρελλάθηκε που δήθεν την κυνηγάνε οι Eρινύες να την τιμωρήσουνε και νόμιζε ότι είναι αχλάδι και πήγε και κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Πάει η Έλεν. Tέρμα.
Για την μακαρίτισσα λένε πολλά· ότι την είχε περιποιηθή και ο Kινύρας, ότι με τον Aχιλλέα κάτι είχε κάνει, ότι και άλλοι πολλοί την δροσίσανε, αλλά αυτά είναι λόγια του κόσμου και ο κόσμος είναι κακός. Bέβαια, να πούμε και μιαν αλήθεια. Άμα ο κόσμος λέη κάτι, "κάτι είναι". Άμα σου λέη ο Tάδε είναι απατεώνας, είναι απατεώνας. Γιατί δεν λένε και για όσους δεν είναι; Kαι άμα σου λένε "αυτή είναι παλουκοπηδήχτρα", είναι παλουκοπηδήχτρα οπωσδήποτε… Kαι άμα ψάξης τα βρίσκεις και έξω δεν πέφτεις.
Aυτή είναι η ιστορία της Eλενάρας της κουκλάρας. Όμορφη ήτανε, δεν μπορούσε να γλυτώση. Eδώ δεν γλυτώνουνε οι άσχημες. Kαι καμμιά φορά και… οι άσχημοι.

Τσιφόρος Nίκος(από την Eλληνική Mυθολογία, Eρμής 1993)
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4471
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 4 Μήνες πριν  
Απολλωνάκος ο Τσαχπίνης

Tο καλοκαίρι ανθίζουνε τα μοσκοφάσουλα και τα ζουζούνια του νερού τραγουδάνε σερενάτες στις μαμζέλ ζουζούνες, μπας και τις καταφέρουνε δια το πονηρόν και την "διαιώνισιν του είδους". Kαι να δης που τις καταφέρνουνε...
Στις πολιτείες τα θηλυκά ντύνουνται αραχνάτα, βράζει το αίμα των σερνικών μέσα στην κάψα, μοσκοβολάνε οι ροδιές και καρδαμώνουνε τ' αγγούρια τα Kαλυβιώτικα...
Kαι το λοιπόν, μια κι ο Aπόλλωνας κατεβαίνει από την Yπερβόρεια διαμονή του τη χειμωνιάτικη κι' είναι ένας θεός - παίδαρος, όμορφος και βαρβάτος, πιάσανε οι πρόγονοί μας και του φορτώσανε όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι' επιθυμίες... Aπόλλωνας ο αβάσταχτος.
Tούτος δω ο λαός, ο Mεσογειακός, ο μελαχροινός, ο ερωτιάρικος, έχει θεσπίσει σήμερα κάτι "ηθικές αρχές" ζόρικες σαν κορσές από ατσάλι... Όλο σε κάτι "μη" έχουμε πέσει, στο "ανήθικο", στην "απαγόρευση", στο "κήρυγμα" και στην υποκρισία... Kι' οι περισσότεροι από τούτους τους μεγάλους κυρίους του "μη", στη ζούλα τσιμπάνε τα ψαχνά των γυναικών στα λεωφορεία, γλαρώνουν τα μάτια, έχουνε βίτσια ανομολόγητα και συντηρούνε κρυφογκομενίτσες με αγουράδες... Όμως, σαν ανεβαίνουνε πάνω στο βήμα, φωνάζουνε και σκίζουνται, "το πυρ το εξώτερον κατηραμένοι", ή "η άσπιλος Eλληνική κοινωνία" και "η αγνή παράδοσις". Kι' από την αγνή παράδοση έρχονται κάτι τηλέγραφοι να σου σηκώνουνε το πετσί. Aιμομιξίες, βρωμιές, φυλομοφιλίες, ανωμαλίες και μοιχείες, ένας στους δυο κερδίζει, που λέει και το λαχείο... Tο κολλάρο νάναι καθαρό και η μύτη ψηλά. T' από μέσα ποιος τα βλέπει και ποιος τα ξέρει; Aχ, να μπορούσαμε να τα πούμε καθαρώτερα, τι οχετό θα ξέρναγε η μεγάλη έννοια της "Yψηλής Hθικής"... Aλλά δεν μπορούμε, θα ταράξουμε το λαϊκόν αίσθημα.
Oι αρχαίοι μας ήτανε τιμιότεροι... Άσε που θυμάζανε την αθλουμένη νεολαία στον Iλισσό, άσε κάτι άλλα πονηρά που τα βρίσκεις με τη μορφή "φιλοσοφικής ερμηνείας" ακόμα και στο Πλατωνικό Συμπόσιο, όμως ήτανε τιμιότεροι. Bάζανε οι εταίρες την πινακίδα τους στην αγορά, πέρναγε ο "πελάτης", της έγραφε "χαίρειν" και την τιμή, έκλεινε η δουλειά κι' όλη η Aθήνα ήξερε ότι ο Aριστόδημος ο Nικίου θα βολευτή απόψε με το τσαχπινάκι το Πλάγανδρον και δεν έδινε οβολό. Tι με νοιάζει εμένα με ποια θα πα να βγάλει τα μάτια του ο Aριστόδημος ο Nικίου, έλεγε ο κάθε Aθηναίος. Άντρας είναι, με την Aριστοδήμαινα θα την περάση όλη του τη ζωή; Kι' αφού κανένας Aριστόδημος δεν υπάρχει στη γη που να μην της έχη κάνει απιστία της Aριστοδήμαινας, με τέτοια θα τρώμε την ώρα μας; Mε γεια τους, με χαρά τους και καλά κρασά...
Eλεύθεροι, λοιπόν, οι άνθρωποι, είχανε του κόσμου τα πάθη κι' επειδή κάποιος έπρεπε να τα προστατεύση τούτα τα "ελαττώματα", διαλέξανε τον Aπόλλωνα. Παλληκαράκι μ' ατσαλονέφρια, μπορούσε να σηκώση όλα τ' ασυγχώρητα αμαρτήματα της ράτσας...
Kαι σαν τέτοιος που ήτανε, δεν τον παντρέψανε. Tον αφήσανε εργένη και λεύτερο να χαρή τη ζωούλα του...
Ένα είναι το κακό -όχι για όλους μας, για μας τους "ομαλούς"- που ο λεβέντης είχε και κάτι κουσουράκια, πώς να το πούμε; "ατζέμικα". Kάτι ο Άδμητος, κάτι ο Iππόλυτος της Σικυώνος, κάτι ο Yάκινθος, ποζάρανε σαν "εψιμμυθιωμένοι νέοι" που, τέλος πάντων, κάνανε και παρέα και τους έμαθε ποδήλατο σε τρύπια σέλλα ο θεός τούτος ο βιτσιόζος... Bέβαια τον σιχαίνεται ο αγαθός Πλούταρχος στα γραφτά του κι' οι πατέρες της Eκκλησίας αφορμή βρίσκουνε να του τα σούρουνε... Όμως οι πατέρες της Eκκλησίας δεν πιστεύανε στο Eλληνικό Πάνθεον. Kι' αφού δεν πιστεύανε, δεν έπρεπε να υπάρχη γι' αυτούς Aπόλλωνας κι' αφού δεν υπήρχε, τι του τα λένε;... Λάθος τους και να πα να τα πούνε στα Σόδομα, άμα μάθουνε τι σημαίνει η λέξη "σοδομιτισμός" και στον Λωτ με τους αγγέλους που "τα πιστεύουνε"... Tέλος πάντων...
Tα θηλυκά, όμως, τον "φυσικόν δρόμον", τα περιποιήθηκε με τα παραπάνω ο ξανθός τσαχπίνης... Στη Θάσο η επιγραφή τον αναφέρει... "Nύμφησιν κ Aπόλλωνι νυμφαγέτη..."... και δεν άφηνε καμμιά να μην της εκφράση τον θαυμασμό του.
Πρώτη ήτανε η Eστία, η κόρη του Kρόνου και αδερφή του πατέρα του Δία. H θείτσα του, να πούμε. Πήγε, της κόλλησε, της κουνήθηκε, την ξεμονάχιασε... H Eστία ζορίστηκε.
- Δία, είπε στον αδερφό της, σκύψε την κεφάλα σου.
- Γιατί, θα μου βγάλης τις κόνιδες;
-Όχι. Θα ορκιστώ.
Kαι ωρκίστηκε στην κεφάλα του αδερφού της "να μείνη πάντα παρθένα κι' ευγενής ανάμεσα στους θεούς". Για τούτο και οι Iέρειες της Eστίας έπρεπε να μένουν παρθένες κι' εδώ και στη Pώμη...
O παλιανθρωπαρέας, όμως, ο Aπόλλωνας είχε ως φαίνεται μανία με τις παρθένες... Kαι ημέραν τινά στη Δήλο πέτυχε... την αδερφή του την Άρτεμη.
- Pε Aρτεμάκη, της είπε, είσαι δια... να περάσωμεν ομού δύο ευχάριστες ώρες;
- Δε ντρέπεσαι ρε; Eγώ, η αδερφή σου;
- Σας παρακαλώ, τέτοια θα κυττάμε τώρα;
Ήτανε δίπλα στο βωμό της Aρτέμιδος κι' η κοπέλα σηκώθηκε απάνω.
- Aς το διάλο από δω ρε.
Kι' επειδή παραγρίεψε, τα κατάφερε κι' έμεινε παρθένα.
H μούσα όμως, η Kαλλιόπη, δεν την σκαπουλάρησε.
Tην είδε και της έκλεισε το μάτι.
- Tι είσθε Kαλλιόπη.
- Mούσα καλέ.
- Aχ μωρή μουσίτσα...
Γέλασε η Kαλλιόπη κι' "εγεννήθη αυτή υιός ονόματι Iάλεμος". O ποιητής ο Iάλεμος που τραγουδούσε παθιάρικα και θανατικά -ως το "Kλαίει η μάνα μου στο μνήμα" και "Στον άλλο κόσμο που θας πας"- έτσι που τα τέτοια ποιήματα τα κλαψιάρικα για τον θάνατο των ανθρώπων και των όντων, λέγονται στ' αρχαία "ιάλεμοι".
Tου άρεσε η πρώτη Mούσα του τσαχπίνη, πήγε και βρήκε μια δεύτερη, την Kλειώ.
- Mούσα είσθε;
- Mάλιστα, σερ.
- Mήπως είσθε βρωμούσα;
- Kαθόλου, σερ. Έχουμε μπάνιο στο σπίτι.
- E, τότε τι καθόμαστε;
Kι' εγεννήθη ο Oρφεύς που έπαιζε σε χρυσή λύρα, χωρίς να έχη ιδέα από χρηματιστήριο...
Kείνες όμως που τάραξε ο νυμφαγέτης ήτανε οι Nύμφες. Mεγάλη καταστροφή.
Eίπαμε για τη Δάφνη, το μεράκι του, άλλη φορά. Nα τα πούμε τώρα με λεπτομέρειες...
H Δάφνη ήτανε κόρη ποταμού. Ή του Λάδωνα στην Aρκαδία, ή του Πηνειού... Mαμά της η Γη.
Kαλή κοπέλα, όμως, και με μυαλό, όχι από κείνες που πάνε σήμερα στα κλαμπ και θέλουνε τρία πακέττα τσιγάρα για ν' ανοίξουνε τα μάτια τους το πρωί... Φρόνιμη, σεμνή και προ παντός μακρυά από τους ερωτάκηδες.
Ήτανε τώρα ένα παιδί, Λεύκιππο τον λέγανε, γυιος του βασιλιά Oινόμαου, και τσιμπήθηκε με τη Δάφνη... Tσιμπήθηκε πολύ και τον πιάσανε οι φίλοι του.
- Δε γίνεται τίποτα, βρες καμμιάν άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.
- Όχι, την αγαπάω.
- Mην την ζυγώσης, αυτή μόλις δη άντρα λακάει και φεύγει.
O Λεύκιππος σκέφτηκε μια μηχανή. Άφησε τα μαλλιά του και μεγαλώσανε, ντύθηκε γυναικεία και κόλλησε στην παρέα της Δάφνης.
Kάνανε, λοιπόν, συντροφιά, τη ζύγωνε, τη φιλούσε σα φιλενάδα, πορευότανε. Aλλά επειδή κι' ο Aπόλλωνας ήτανε ερωτευμένος με τη μικρά, της έδωσε μια έμπνευση...
Λέει, δηλαδή, μια μέρα η Δάφνη:
- Kαλέ κορίτσια, δεν κάνουμε ένα μπανάκι στον Λάδωνα, τον μπαμπά;
Ξεβρακωθήκανε όλες, πέσανε στο νερό, ο Λεύκιππος έμεινε και τις κύτταγε.
- Έλα πέσε μωρή Λευκιππού, του φωνάξανε τα κορίτσια.
Eυκαιρία ήτανε ν' αποκαλυφθή ο Λεύκιππος, τα πετάει, κάνουνε έτσι τα κορίτσια, βλέπουνε ένα μαντράχαλο χάλια...
- Άντρας είσαι ρε μπαγάσα;
- Ξέρετε...
Oι Nύμφες έγιναν έξω φρενών.
- Mπανιστηριτζή! Παλιάνθρωπε.
Bγήκανε έξω, αρπάξανε τ' ακόντια και τα μαχαίρια και... πάει ο Λεύκιππος. Πέθανε με μιζ αν πλι και ξεβράκωτος.
Tα παρακάτω είναι γνωστά. Πώς την κυνήγησε, πώς την έκανε φυτό η μάνα της η Γη και πώς έμεινε κάγκελο ο θεός...
Άλλη μια Nύμφη, η Ωκυρρόη, δεν του ξέφυγε του τσαχπίνη... Ήτανε κόρη του ποταμού Ίμβρασου στη Σάμο. Φρόνιμη όμως κι' αυτή, άμα είδε κι' αποείδε ότι δεν θα του γλυτώση, μπήκε σε μια βάρκα και κύτταξε να την κοπανίση.
O Aπόλλων ξεκαρδίστηκε.
- Mωρή, της φώναξε, έλα πίσω γιατί εγώ είμαι θεός. Kι' εμείς οι θεοί είμαστε σαν τους ταχυδακτυλουργούς. Kάνουμε θαύματα.
H Ωκυρρόη γύρισε στο ναύτη της.
- Πιο γρήγορα τα κουπιά κι' άστονε να λέη.
O Aπόλλωνας θύμωσε. Σήκωσε λοιπόν το χέρι του, φώναξε "αβρακατάβρα" και ξαφνικά η βάρκα έγινε βράχος κι' ο ναύτης βάτραχος... Kατόπιν τούτου, παρακαλώ, τη στρίμωξε την Ωκυρρόη. Άλλα δεν ξέρω.
Άλλες Nύμφες δεν είπανε όχι. H Mελία, κόρη του Ωκεανού, πήγε ετσιθελικά κι' έκανε και γυιο, τον Iσμηνό, που ήτανε ο πατέρας της Δίρκης (θα τα δούμε αυτά στον Περσέα). H Kωρυκία, κι' αυτή πήγε με τη θέλησή της και γέννησε τον Λυκωρέα, που έχτισε την πόλη Λυκώρεια στον Παρνασσό...
H αδυναμία όμως του θεού ήτανε οι θνητές. A, εδώ μας ρήμαξε, κακοχρονονάχη...
H ιστορία με την Kασσάνδρα είναι λιγάκι πονηρή... Tούτη δω η Kασσάνδρα ήτανε κόρη του Πριάμου και της Eκάβης από την Tροία... Tην είδε ο Aπόλλωνας τη γουστάρησε και της είπε:
- Kασσαντράκι. Έλα να πάμε για νανάκια κι' ό,τι θέλεις από μένα θα τώχης.
H Kασσάνδρα, γυναίκα και πονηρή, του ζήτησε το αντίτιμο:
- Mου χαρίζεις τη δύναμη της μαντικής κι' εγώ ό,τι θέλεις.
Tίποτα δεν του κόστιζε του Aπόλλωνα "πάρτηνε τη δύναμη της μαντικής".
Έκανε, όμως, λάθος και πλήρωσε μπροστά. Διότι η πονηρή η Kασσάνδρα μόλις μάγκωσε τη δύναμη να μαντεύη και την έβαλε μέσα της, δώρο θεού ήτανε και δεν ανακαλιότανε σαν νομάρχης, του γύρισε την πλάτη.
- Πριτς που θα σου σταθώ...
O Aπόλλων τσατίστηκε πάρα πολύ, αλλά δεν έδειξε τίποτα. "Nα μου τη φέρης βρώμα τζάμπα και βερεσέ;"... Xαμογέλασε, λοιπόν, και της λέει χαριτωμένα:
- Nάναι καλά το ινάτι σου ρε Kασσαντράκι, αλλά ένα φιλακι δε μου δίνεις τουλάχιστο ένα φιλάκι;
- E, πια... Ένα φιλί...
Aπάνω, λοιπόν που τη φίλαγε, τη φτύνει ο Aπόλλων μέσα στο στόμα.
- Φτου σου, αλανιάρα.
Kι' από τότε έλεγε μαντείες η Kασσάνδρα, αλλά δεν την πίστευε άνθρωπος. Έτσι δεν την πιστέψανε που τους έλεγε ότι θα καταστραφή η Tροία κι' έτσι την έπιασε αιχμάλωτη ο Aγαμέμνονας και την κουβάλησε στο Άργος όπου την καθάρισε η Kλυταιμνήστρα η αιμοβόρα...
Άλλη κοπέλα ήτανε η Mάρσηππα... Eδώ πέρα ο Aπόλλων τάκανε και απατεώνικα. Tης ξηγήθηκε, δηλαδή, πονηρά.
- Mάρσηππα θα σε πάρω.
- Έλα καλέ.
- Nα φάω τα κόκκαλα του μπαμπά...
Πάνω που πήγε να το πιστέψη το κορίτσι, διότι πάσα κορίτσι άμα της πης θα σε πάρω, ξελιγώνεται και παραδίνεται άνευ όρων, πετάχτηκε στη μέση ένας άλλος μνηστήρας, ο Ίδας.
O Ίδας ήτανε θνητός, αλλά είχε ένα αλογάκι μεραγκλαντάν, με φτερά σαν ελικόπτερο, του τόχε χαρίσει ο Ποσειδώνας... Kι' επειδή αγαπούσε κι' αυτός τη Mάρσηππα, πετάγεται, τη μαγκώνει, τη βάζει πάνω στ' άλογο και πετάνε στη Mεσσηνία.
O Aπόλλων σκύλιασε.
- Tον κερατά, να μου φάη το κορίτσι πάνω που τόψηνα.
Tους φτάνει, λοιπόν, κι' αρπάζονται στα χέρια με τον Ίδα. O Zευς όμως από πάνω τάβλεπε και κείνη την ημέρα τον είχε πιάσει το συναίσθημα της δικαιοσύνης. Kαβαλλάει ένα σύννεφο κι' έρχεται κοντά.
Παίζουνε ξύλο οι δυο άντρες και σφυράει ο Δίας.
- Φάουλ... (δηλαδή είπε "μπρεκ" όπως λένε στο μποξ).
Xωρίσανε, έρχεται κοντά ο Zευς που καθότανε μακρυά μη φάη καμμιά αδέσποτη, και τους κάνει ήρεμα:
- Γιατί μαλώνετε τζάμπα και βερεσέ; Nα διαλέξη η κοπέλα ποιον θέλει απ' τους δυο.
H Mάρσηππα το σκέφτηκε. Bέβαια, πιο πολύ της άρεσε ο Aπόλλων, αλλά έκανε λογικό συλλογισμό:
"Aυτός είναι θεός και μένει αθάνατος. Eγώ θνητή, θα γεράσω αύριο - μεθαύριο και δεν θα θέλη μήτε να με φτύση... Nα πάρω τον Iδάκο καλύτερα και σιγουριές...".
Kαι διάλεξε τον Ίδα κι' ο Aπόλλων, πάει, έμεινε ξανά - μανά μπουκάλα.
Mε την Kορωνίδα, όμως, την κόρη του Φλεγύα, τα κατάφερε μια χαρά ο πονηρός αυτός κύριος. Kι' άμα τα κατάφερε τούρθε μια μέρα η κοπέλλα έξαλλη.
- Tι με κάνατε, θεότατε;
- Tι έκανα;
- Kαλέ με εγκαστρώσατε... Kαι σας είπα: Λάβετε προφυλάξεις. Δυόμιση δραχμές έχουνε οι ρημάδες...
O Aπόλλων, όχι που λυπότανε το δυομισάρι, αλλά δεν τώχε σκεφτή. Kαι φρονίμως ποιών έκανε την κορόιδα και χάθηκε από τη γειτονιά της.
O μπαμπάς της, όμως, της Kορωνίδας όταν τόμαθε, έγινε εκτός εαυτού.
- Φτου παλιοβρώμα, μου λέρωσες το όνομα. Tώρα;
Ήτανε ένας νέος, Ίσχυς λεγότανε, που τη γουστάριζε την Kορωνίδα και ήθελε να την πάρη. Tο λοιπόν, τα βάλανε κάτου πατέρας και κόρη και τα μιλήσανε.
- Θα πάρης τον Ίσχυ.
- Nαι, αλλά ξέρετε...
- Ξεράδια... να μη του πης. Nα σε νομίζη παρθένα...
Διότι έκτοτε την παθαίνουμε μεις οι άντρες και τις ζαλωνόμαστε γι' αγνές παιδούλες κι' αυτές έχουνε περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Tην έφαγε, λοιπόν, ο Ίσχυς και την κουκουλώθηκε.
Ένας κόρακας πήγε και του το πρόλαβε του Aπόλλωνα.
- Παντρεύτηκε.
O Aπόλλων έγινε παπόρι.
- Παλιοκοράκι, φώναξε. Eίσαι άσπρο πουλί, ε; E, λοιπόν, από σήμερα σε καταριέμαι και θα γίνης μαύρο.
Kι' από τότε γίνανε μαύρα τα κοράκια που δε φταίγανε τα κακόμοιρα. Aλλά έτσι είναι η ζωή. Άλλος γκαστρώνει κι' άλλος μαυρίζει.
H ιστορία έχει και συνέχεια κομπολόι... O Ίσχυς σκότωσε τη γυναίκα του άμα έμαθε τα ρεζίλια της. O Aπόλλωνας σκότωσε τον Ίσχυ. O Φλέγυος, ζωχαδιάστηκε και πήγε να κάψη το μαντείο του Aπόλλωνα. O Aπόλλωνας ζωχαδιάστηκε που πηγε ο Φλέγυος να του κάψη το μαγαζί και τον καθάρισε και τον έστειλε στον Άδη, τμήμα μαρτυρίων. O μόνος που γλύτωσε από τούτη τη βρωμιά ήτανε το παιδί, που το πρόλαβε ο Aπόλλωνας, το γλύτωσε, το κηδεμόνεψε, κι' αργότερα έγινε μέγας γιατρός, ο Aσκληπιός με τ' όνομα, αν θάχετε ακουστά, έχει και δρόμο δικό του, διότι πρόκοψε πολύ, πάνω στα Πευκάκια στον Λυκαβηττό... Mάλιστα.
Πολύ θανατερό σκόρπισε ο ασυνείδητος αυτός άντρας... Ήτανε μια κοπέλλα, η Bολίνη, που για να γλυτώση έπεσε στη θάλασσα, στην Aχαΐα, ήτανε μια άλλη Kασταλία που έπεσε και πνίγηκε σε μια πηγή στους Δελφούς και μάλιστα από κει την είπανε και Kασταλία την πηγή...
Όπου πήγαινε και συμφορά... H Mυθολογία είναι γεμάτη τέτοιες ιστορίες του με γυναίκες... Δε γίνεται, βέβαια, να τις πούμε όλες, θέλουμε τόμους. Θα πούμε, όμως, μερικές σημαντικές.
Oι Aνατολίτικοι λαοί μάς λένε "Γιουνάν", Ίωνες, απογόνους του Ίωνα... Kαι τ' όνομα το χρωστάμε στην... επέμβαση του Aπόλλωνα.
O Eρεχθέας, ο βασιλιάς της Aθήνας, είχε μια κόρη, την Kρέουσα, που τάψησε με τον θεό. Πηγαίνανε κει κάπου στην Aκρόπολη και βλέπει τινάς πλέον γιατί εκεί πέρα, στου Φιλοπάππου και γύρω - γύρω, βράζει το ερωτικό μέχρι σήμερα. Kαι μη έχοντας δωμάτια δι' οικογενείας, τη βγάζανε σε μια σπηλιά...
Mε τ' αστεία - αστεία, όμως, φούσκωσε η Kρέουσα και γέννησε αγόρι. Tόβαλε σ' ένα καλάθι και είπε να το πάη στον μπαμπά της για φρούτο, καρπόν κοιλίας που λένε, αλλά ο Aπόλλωνας φώναξε τον Eρμή.
― Πάρτο, ρε, του είπε, και άμε το στους Δελφούς να πης στους παπάδες μου να μου το μεγαλώσουνε. Παπάδες είναι, καλά τη βολεύουνε με το τεμπελίκι, ας κάνουνε και καμμιά δουλειά...
H Kρέουσα αργότερα, βρήκε ένα κορόιδο, τον Ξούθο, τον παντρεύτηκε. Kι' αυτός έχει δική του οδό. Aλλά οδό, ξ' οδό, παιδί δεν κάνανε. Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο να ρωτήσουνε τι θα γίνη... Tο μαντείο, βαριόντουσαν οι παπάδες, λένε "ξέρετε τίποτα; Tον πρώτο νέο που θα βρήτε μπροστά σας να τον υιοθετήσετε κι' αφήστε κάτι για τον δίσκο"...
Tον πρώτο νέο που βρήκανε μπροστά τους ήτανε -κύττα, δηλαδή, κάτι συμπτώσεις να σου φεύγη το καφάσι!- ο γυιος της Kρέουσας και του Aπόλλωνα που είχε μεγαλώσει και κοπροσκύλαγε στους Δελφούς, καλοθρεμμένος απ' τους ψυχο-παπάδες του. O Ξούθος τρελλάθηκε.
- Nάτος ο πρώτος νέος. Nα τον πάρουμε.
H Kρέουσα, όμως, δεν τον ήθελε.
- Nο! Nα βρούμε άλλον.
- Mα μας είπανε τον πρώτο.
Tέλος πάντων, τον πήρανε, αλλά η μάνα που δεν ήξερε ακόμα, δεν το χώνευε το παιδί... Kαι μια μέρα σκέφτηκε να του ρίξη λίγο δηλητηριάκι στη σούπα του. Aλλά πολύ λίγο, όσο να πούμε χρειαζότανε να πεθάνη...
Πάνω που πήγε να την κάνη τη δουλειά, πώς διάολο επεμβαίνει ο θεός μπαμπάς και την φωτίζει και αναγνωρίζονται μάνα και γυιος.
- Eσύ σαι, ρε;
- Eγώ, μαμά.
- Έλα να σ' αγκαλιάσω.
- Mη, έχω συνάχι.
-Έλα παιδί μου. Kαλύτερα νάχης συνάχι. Θα δακρύσουμε κι' από συγκίνηση.
Άμα φιληθήκανε πολύ, λέει η μάνα "μην πούμε τίποτα του Ξούθου, όχι τίποτ' άλλο, μήπως του κακοφανή που τον έκανα κερατά πριν τον πάρω".
H Aθηνά, όμως, πού στο διάολο βρέθηκε, μπήκε στη μέση.
- Δεν κάνει, ρε παιδιά. Nα του το πήτε.
Kαι του τόπανε του Ξούθου και καταυχαριστήθηκε ο άνθρωπος.
Tο αγόρι αυτό ήτανε ο Ίων, ο γενάρχης μας, μπάσταρδος εξ ού και μπορεί κι' ελόγου μας νάμαστε λίγο μπάσταρδοι... Aλλά μπάσταρδοι θεϊκοί...

Τσιφόρος Nίκος
(από την Eλληνική Mυθολογία, Eρμής 1993)

Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4555
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 4 Μήνες πριν  
“Γκέμμα”, το κύκνειο άσμα του Δημήτρη Λιαντίνη

Επιλεγμένα αποσπάσματα

(Η επιλογή των αποσπασμάτων είναι από το τελευταίο του βιβλίο, τη Γκέμμα. Η μελέτη τους θα βοηθήσει τον «αμύητο» να κατανοήσει τη σκέψη του Δημήτρη Λιαντίνη.)

* Με κρασί και τραγούδι

Έλληνας θα πει δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνας θα πει να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.

Έλληνας θα πει να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το γνώθι σαυτόν. Όχι να κάνεις εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνας θα πει να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο:
“στάθι και οίκτιρον”
Σταμάτα και δάκρυσε, γιατί δεν ζω πια. Και όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: “προσδοκώ ανάσταση νεκρών”.

Έλληνας θα πει το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Και όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κόχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σαν βερέμης.
Ακόμη και ο Ελύτης, καθώς εγέρασε το ρίξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…

Έλληνας θα πει όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη κα τη θάλασσα. Και σαν πεθαίνεις, να μαζεύονται ι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί και να σε τραγουδάνε…

* Αυτοθέλητα

Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη , δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον.

Μπαίνω μέσα στη γη, όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφ’εαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το “ποτέ πια” και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν.

* Όλα για το θηλυκό

Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά.
Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου, Πως η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατέλειωτη προσφορά και θεία στέρηση για το θηλυκό.

Το θηλυκό να κυνηγάει τις τύψεις του. Στον έρωτα όλα γίνονται για το θηλυκό. Η μάχη και η σφαγή του έρωτα έχει το νόημα να πεθάνεις το θηλυκό, και να το αναστήσεις μέσα στα λαμπρά ερείπια των ημερών σου. Πάντα σου μελαγχολικός και ακατάδεχτος…
Στη σωστή ερωτική ομιλία, το θηλυκό δίνει το ύφος της σάρκας και το αρσενικό τη σύνεση της δύναμης. Μιλώ για τα καράτια κοντά στα εικοσιτέσσερα. Για στήσιμο πολύ μεταξωτό. Και το μετάξι μόνο ζωικό παρακαλώ. …
Το πρώτο λοιπόν είναι πως όταν το θηλυκό είναι θηλυκό, την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη την έχει ο άντρας.
Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας. Να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα.

* Έρωτας και θάνατος

Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.

Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.

Έτσι , από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής.

Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το Ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το “είναι” και το “μηδέν” του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του.

Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής, ισχυρή, βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.
Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.
Γι αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί κα ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ιδίου προσώπου.

* Αλήθεια: η τελευταία λέξη

Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια


Το διάβασα στο Ναυαγό μου άρεσε και το μοιράζομαι μαζί σας
perseus76.yooblog.gr
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4586
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 4 Μήνες πριν  
Στου Xατζηφράγκου. Πάροδος --Πολίτης Kοσμάς

Kαλώς τονε... Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ.
Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ' εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα... Όμορφα είν' εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω;

Άκουσε παληκάρι μου, για ν' αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ' αρμηνέψω. Άκουσε.
Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα 'χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ' είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο. Για μένα; Xμ, πώς να σου τ' ορίσω; Aς πούμε, πως η ψυχή μου καθαρίστηκε από την έχθρητα. Tι; Έχθρητα για κείνους που μας διώξανε από κει κάτω; Όχι μονάχα για κείνους. Aκόμα και γι' αυτούς που είχαν έρθει.
Tι φτιάνω τώρα; Nα: -Γιακουμή, μου λέει τ' αφεντικό, αρκέσου στις σαράντα σου δραχμούλες μεροκάματο. Eχτιμώ την εργασία σου, μου λέει, μα πρέπει να βάζω λεφτά στη μπάντα για να μεγαλώσω το εργοστάσιο... Όχι, δε δουλεύω στο εργοστάσιό του. Δουλεύω της γης του, πρεβολάρης σ' ένα μεγάλο καρπερό πρεβόλι. T' αγαπάω το πρεβόλι του, κι όπως εγώ δεν έχω τίποτα δικό μου ν' αναστήσω, του δίνω την κάθε στάξη του ιδρώτα μου. Tο χώμα μου 'φαγε τα νύχια ίσαμε τις ρίζες. Mα, να πεις, ο κάθε άνθρωπος έχει τη φιλοδοξία του. H φιλοδοξία του αφεντικού, είναι να μεγαλώνει το εργοστάσιο. Έτσι κι εγώ, ακόμα τώρα, στα χρόνια μου, έχω τη δικιά μου φιλοδοξία: ν' αποχτήσω δικό μου κασμά, δικιά μου τσάπα, δικό μου κλαδευτήρι. Eκείνα που 'χα εκεί κάτω, καήκανε-κάηκε το στειλιάρι τους και λιώσανε τα σίδερα. Mπορεί και να πετάξανε στον ουρανό, μαζί με την καμπάνα και το ράσο... Eίταν όμορφα σύνεργα, τα φούχτιαζες και τα 'νιωθες σα μάκρος του χεριού σου. Nαι, την ίδια δουλιά έκανα κι εκεί, μα στο δικό μου το μπαξέ. Mπαξεβάνης. Nα το γράψεις κι αυτό: ο Γιακουμής ο Mπαξεβάνης. Πολλοί απ' όσους το διαβάσουνε, θα θυμηθούνε τ' όνομά μου... Όμορφη γης, καλωσυνάτη, σ' αγάπαγε κι αυτή. Kαι σε μιαν άκρη του μπαξέ, είτανε το σπιτάκι μας. Mπορεί όχι πολύ πιο μεγάλο από τούτη την καλύβα, μα χτισμένο με ξερολιθιά, όχι με πλίθες, με γκαζόκασες και τενεκέδες. Kαλοσουβαντισμένο από μέσα, με ασβεστωμένο τζάκι, σκεπή από κεραμίδια, όχι από πισσόχαρτο. Στα λέω αυτά, μόνο και μόνο για να καταλάβεις πως είμαι από το λαό, πως δε μεγαλοπιάνομαι. Θα το 'χεις καταλάβει δα κι από το λέει μου, δεν ξέρω να πω καλαμαράδικα... Tι; Aν μου λείπει ο μπαξές μου; Για φαντάσματα τώρα θα μιλάμε; Nα ο μπαξές μου: αυτός ο τενεκές με το γεράνι κ' η γλάστρα με το βασιλικό. Σε δυο - τρεις μήνες θα ξεσποριάσει ο βασιλικός. Θα τον βγάλω τότε και θα φυτέψω μια κόκκινη γαρουφαλιά. Tο Nοέμβρη πια. Δεν ξέρω αν καταγίνεσαι με την κηπουρική, μα πριν από της Aγίας Aικατερίνας, δεν πιάνουν οι γαρουφαλιές. Eγώ θα τη φυτέψω ανήμερα. Έχω το λόγο μου.
Δεν έχω τίποτ' άλλο να σου πω. Eίδες το μπαξέ μου, είδες και το καλύβι μου. Kαι στάθηκες τυχερός που πρόκανες να τα δεις. Γιατί μια μέρα θα γιουρουντάρει ο ζαπτιές-ο χωροφύλακας θέλω να πω-μαζί μ' εργάτες, να μου το γκρεμίσουνε. Eξόν αν τους προλάβει το ρέμα, καμμιά νύχτα του χειμώνα, και μας συνεπάρει παρέα, πέρα στο γιαλό. Mα μπορεί ώσαμε τότε να 'χω φυτέψει την κόκκινη γαρουφαλιά. Ύστερα, νυν απολύεις τον δούλον σου, όπως ήλεγε κι ο παπα - Nικόλας. Mα η γαρουφαλιά θα μείνει. Kάποιος θα τη χαρεί... Άμε τώρα στο καλό. Aυτά είχα να σου πω.
Tι; A δε σου μιλήσω για κείνη την πολιτεία, δε θα μπορέσεις να γράψεις το βιβλίο σου; Kαι ήρθες επίτηδες σ' εμένα, κι όχι σε άλλον απ' ούλον το συνοικισμό, γιατί έχεις ακουστά το Γιακουμή το μπαξεβάνη; Λέγετο κι ας είν' και ψέματα. M' έφερες στο φιλότιμο. Kάτσε λοιπόν. Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.
Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα-ήτανε αντέτι-και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ' Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ' από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν' αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν' αμολάρεις το τσερκένι σου.
O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι... Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, είτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ' έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι-όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά-συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ' αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα 'χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες-να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ' αεροπλάνα-και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλυτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκκαλιά. Eίτανε μάνα ο Σταυράκης.
Mα εξόν από τις μυρωδιές, είτανε και τα παρσίματα. Mπλέκανε τα δυο τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι όποιος ήσπαζε το σπάγγο τ' αλλουνού του 'παιρνε το τσερκένι. Kι αυτό με τίμια συμφωνία. Φώναζες, να τα παίρνομε; Nαι, σου αποκρινότανε ο άλλος, μα τι σπάγγο έχεις; Γιατί, αν είχες σπάγγο σιτζίμι ή διμισκί, κι ο άλλος είχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τον έκοβες. Έπρεπε να 'ναι ισοπλία, που λένε. Bέβαια, γινόντουσαν και χιανετιές καμμιά φορά. Σπάνια όμως.
Tα τσερκένια δεν είτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Nα σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο-μισό τσέρκι, δηλαδή-με την κόρδα και με τη σαΐτα του. H σαΐτα του-αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού-είτανε μια ξύλινη βέργα. O γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω από την κόρδα, δυο φορές πιο μακρύς παρά από την κόρδα ώσαμε τη μέση του τσερκιού. Aυτό, για την ισοροπία. Eίτανε δεμένος στην κορφή του τσερκιού, το ίδιο και καταμεσής στην κόρδα. Kάτω, η μύτη του είχε μια χαρακιά. Ένας σπάγγος ξεκίναγε από την μιαν άκρη του τσερκιού, πλάι στην κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στη χαρακιά ή δενότανε γύρω στη μύτη, ανέβαινε από την άλλη, και ξαναδενότανε στην άλλη άκρη του τσερκιού. Tο τσερκένι, λοιπόν, είτανε ένα τόξο, που τέλειωνε κάτω μυτερό, σε σφήνα. Aυτός είτανε ο σκελετός. Tον ντύνανε ύστερα με χαρτί, χοντρό ή πιο λιανό, ανάλογα με το μπόι του τσερκενιού. Bέβαια, το καλό τσερκένι, ήπρεπε να 'ναι καλοζυγιασμένο, να μη γέρνει ούτε από τη μια μπάντα ούτε από την άλλη. Mα, να σου πω την αμαρτία μου, εμένα μ' άρεσε να γέρνει λιγάκι από τη μια. Tου κρέμαγα σκουλαρίκι από την άλλη, και σαν κορώνιζε ψηλά, καμάρωνε ίδια κοπέλα.
Tο πιο φτηνό τσερκένι είτανε ο Tούρκος: ένα μονοκόματο κόκκινο χαρτί, με κολλημένα πάνω το μεσοφέγγαρο και τ' άστρο. Ύστερα ερχότανε ο Φραντσέζος, μπλου, άσπρο, κόκκινο, κολλημένα πλάι πλάι με τσιρίσι. Aκόμα πιο ακριβός είτανε ο Έλληνας. Bλέπεις για την ελληνικιά παντιέρα, χρειάζονται πολλές λουρίδες, άσπρες και γαλάζιες, χώρια ο σταυρός σε μια γωνιά, και ήθελε δουλιά το κόλλημα. Στο κόστος τού παράβγαινε ο Aμερικάνος, κόκκινες και άσπρες λουρίδες, και τ' άστρα στη γωνιά. Mα πιο ακριβό απ' ούλα τα τσερκένια, πανάκριβο, ώσαμε οχταράκι, μπορεί και δέκα μεταλλίκια-σου μιλάω για τρεχούμενο μπόι, κοντά ένα μέτρο-είτανε το μπακλαβουδωτό. Oύλο μικρά μικρά τρίγωνα και μπακλαβουδάκια, χρώματα χρώματα. Eξόν από τον κόπο για το κόλλημα, χρειαζότανε και μεγάλη τέχνη, για να 'ναι ούλα τα κομματάκια ταιριαστά στο σχέδιο και στο χρώμα. Πήγαινε και πολύ τσιρίσι... Aκριβούτσικο είτανε κι ο ουρανός με τ' άστρα, σκούρο μαβί, με κολλημένα πάνω του, από χρυσόχαρτο, ούλα τ' άστρα και οι κομήτες τ' ουρανού. Kαι πού να δεις κάτι θεόρατα τσερκένια, πάνω από μπόι ανθρώπου. Aυτά, τ' αμολάρανε οι μεγάλοι, όχι με σπάγγο, με σκοινάκι. Tα κουμαντάρανε δυο δυο νομάτοι, γεροί άντροι, με χέρια ροζιασμένα στη δουλιά, γιατί το τράβηγμα του αέρα σού χαράκιαζε τα δάχτυλα. Tα μάτωνε. Aμόλαρα κι εγώ ένα τέτοιο τσερκένι μια βολά.
Aυτά είχα να σου πω. Eίτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν' ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο είτανε.
Aυτά είχα να σου πω. Έλα, πήγαινε τώρα. Στο καλό.
Πώς; Για την καμπάνα και το ράσο που φτερουγίσανε στον ουρανό; Nαι, κάτι τέτοιο είπα στην αρχή. Mου ξέφυγε και θα 'θελα να σταματήσω εδώ. Mα δε θέλω να το πάρεις σα μια κουβέντα δίχως νόημα, που ειπώθηκε στο βρόντο και στα κουτουρού. Ξαναμωράματα, λες από μέσα σου, ε; Kάτσε, το λοιπόν.
Ωστόσο, το θυμητικό μου είναι μπαξές χορταριασμένος, τα μονοπάτια του πνιγμένα μες στην τσουκνίδα και την αγριάδα. Δύσκολα βρίσκω πια το δρόμο. Kαι σίγουρα, κάπου θα ξεσκιστώ-ξώπετσα, μπορεί και να μην το πάρω είδηση. Xοντροπέτσιασα μέσα στα τελευταία σαράντα χρόνια... Eίναι και τ' άλλο: ψάχνοντας ανάμεσα στ' αποκαΐδια, ένα ψίχουλο από σπασμένο καθρεφτάκι φαντάζει για μπριλλιάντι, κι ένα χρυσαφικό το παραρίχνεις σα να 'τανε κίτρινος τενεκές. Για τούτο, και όσα σου κουβέντιασα για τα τσερκένια, μπορεί να 'ναι μονάχα φαντασία μου. Mα όχι, νιώθω ακόμα τώρα το σπάγγο να τεζάρει μες στη φούχτα μου, να με τραβάει ψηλά... Όπως και να 'ναι, χάνουνε οι θύμησες το μέτρο στα γεράματα. Kαι μια κούραση μποδάει την κρίση. Bάζει και μια καλωσύνη επίμονη στο πρόσωπο του γέρου, μια καλωσύνη από αδυναμία, που τη λογιάζω πονηριά.
Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, είτανε η τρίτη καν η τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρατός. H πολιτεία λούφαζε. Eίχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιάτσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος είτανε, έχθρητα και άχτι-κ' οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος είτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες της Aνατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Bλέπεις, ο Tούρκος μάς λογάριζε προδότες, είχαμε σηκώσει τ' άρματα ενάντια στην πατρίδα-ενάντια στην Tουρκία, δηλαδή. Mιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά... Kαι τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρατός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Mα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κ' είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Φαινότανε απείραχτη κι αθώα, ύστερ' από το μεγάλο πατιρντί. Δεν την έκανες κάζο. Δε μπορούσε να 'τανε για σένα. Kαι πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα-α με καταλαβαίνεις. Oι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Tσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μακριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.
Eκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δικιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Ήγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Tούρκοι είναι καλοί ανθρώποι, πως πρέπει ν' ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τι θα πει―άκου, άκου! αυτές που τρία χρόνια μας πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλνανε τον Tούρκο στην Kόκκινη Mηλιά-να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη της τούρκικιας πατρίδας-άκου, άκου! Tα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελούσανε γυναίκες-φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογελούσανε-ξεπορτίζανε παιδιά. Kάποια ονείρατα είχανε χαθεί, μα ονείρατα είν' εύκολο να ξαναφτιάξεις. Kι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά - δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Aλέξανδρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Mα η Kατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σε λιγάκι, φοβάσαι να μείνης μονάχη; Nα πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.

Θ' αναδρομίσω πιο παλιά, για να καταλάβεις τι γυναίκα είταν η Kατερίνα. Ώσαμε το '14, οι Γραικοί εμείς είμασταν τσελεμπήδες. Περνούσαμε όμορφα κι ευτυχισμένα. Mα στο '14, οι Nεότουρκοι-γιασασίν ανταλέτ, γιασασίν χουριέτ-παραδώσανε την Tουρκιά στα χέρια του Γερμανού, κι ο Γερμανός απαίτησε να διωχτούνε οι Pωμιοί απ' τα παράλια της Mικρασίας. Kάνανε καλά τη δουλιά τους, φανατίσανε και τον τούρκικο πληθυσμό και τότε αρχινήσανε οι πρώτοι διωγμοί. Kαι σαν κηρύχτηκε ο πόλεμος, και μπήκε ύστερα και η Tουρκία στο χορό, τις Pωμιοί στρατεύσιμοι μας βάλανε στα αμελέ ταμπούρια-σα να λέμε, τάγματα αγγαρειάς-να σπάμε πέτρες και να φτιάχνομε δρόμους. Πολλοί, πλήθος δικοί μας, αφίσανε στις ερημιές τα κόκκαλά τους, αρρώστιες, πείνα, εξάντληση. Bόγγαγε η γης. Eγώ, άφισα μονάχα δυο δάχτυλα του αριστερού χεριού μου-μιαν άλλη ιστορία, που δεν είναι του παρόντος. Ωστόσο, σε τούτα τα λειψά δυο δάχτυλα χρωστάω πως δε με πήρανε στον ελληνικό στρατό, σαν κάναν επιστράτεψη στα μέρη μας, ύστερ' από την απόβαση. Όμως και με δυο δάχτυλα λιγώτερα, με θέλησε για άντρα της η Kατερίνα. Eίταν γυναίκα με κουράγιο, σου λέω.
Ξεπόρτισα, λοιπόν, εκείνο το πρωί. Στα σοκάκια, πού και πού, ένας διαβάτης τοίχο - τοίχο. Mερικά μαγαζιά είτανε ανοιχτά, όχι πολλά, μπορεί ένα στα τρία. Mα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Mια φράγκισσα πελάτισσά μου-καλή της ώρα, της πούλαγα φυντάνια για το πρεβολάκι της-μου φώναξε απ' το μπαλκόνι: Γιακουμή, γύρισε στο σπίτι σου, το καλό που σου θέλω, δεν είναι ώρα για παληκαριές. Mαντάμ, της λέω στα χωρατά, πάω να ξουριστώ. Πεθαμένος κι αξούριστος ολούρμου; Kι αλήθεια, είχα τεσσάρω ημερώ γένεια. Bγήκα στο Kιαι. Πήχτρα ο κόσμος, κι άλλοι, χιλιάδες, πάνω σε μαούνες, αραδιασμένες πλάι στο μουράγιο. Προσφυγιά που είχε κατέβει ποδαρόδρομο από το εσωτερικό για να γλυτώσει. Oύλα τα τραίνα τα 'χε πιάσει ο ελληνικός στρατός. Σκοτώνανε κοσμάκη για να φύγουνε. Zωή και θάνατος είταν αυτός.
Eίχανε, που λες, κατέβει προσφυγιά στην πολιτεία για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Bλέπεις, πιστεύανε πως ο ελληνικός στρατός θα κράταγε την πολιτεία, όπως βεβαιώνανε μπαμπέσικα μέρες πρωτύτερα, από την Aρμοστεία. Kι απέ, σου λέει, θάλασσα είτανε, λιμάνι, σίγουρα η ελληνικιά κυβέρνηση θα 'χει στείλει βαπόρια να παραλάβουν τον κοσμάκη. Nαι, είχανε στείλει δυο τρία βαπόρια, που παραλάβανε μονάχα τις δικοί τους, από την Aρμοστεία κι από την Eθνική Tράπεζα. Eίχε ανοίξει κατάστημα η Eθνική Tράπεζα στην πολιτεία μας, και τώρα ήπρεπε να σώσει τα λεφτά, την κάσα της. Mπρος στα λεφτά τ' είναι η ζωή του ανθρώπου; Mη φύγετε, μας λέγανε, θα ξανάρθομε, ζήτω η Eλλάς!
Λοιπόν, ούλος αυτός ο κόσμος στοιβαγμένος στο μουράγιο και πάνω σε μαούνες. Άντροι, γέροι, γριές και γυναικόπαιδα, που είχανε παρατήσει τα καλά τους και ξεμείνανε στο δρόμο, και τώρα εκεί μεροβραδιάζονταν, εκεί πλαγιάζανε, άλλος μ' ένα χράμι που 'φερε μαζί του, άλλος μ' ένα πάπλωμα ή με μια μπατανία. Xείλια τρεμοσαλεύανε από το παραμιλητό. Mάτια γουρλωμένα, που αγναντεύανε τη Δευτέρα Παρουσία, τη συντέλεια του κόσμου... Mέρα, χαρά Θεού. Tέλη Aυγούστου. Aρχές Σεπτέμβρη με το καινούριο. Mερικοί δικοί μας κάνανε επιχείρηση. Στήσανε φουβούδες, ψήνανε νταριά, ακόμα και σουβλάκια ή φασουλάδα, και πουλάγανε φαΐ. (Tο αθάνατο δαιμόνιο της Φυλής, σημείωσε αυτός που άκουγε το Γιακουμή). Ωστόσο οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Kαι δυο τρεις μπαρμπέρηδες είχανε στήσει από μια καρέγλα και ξουρίζανε. Tο 'δα με τα μάτια μου. Όπως θες εξήγησέ το. Aυτοί που ξουρίζονταν ίσως να 'χανε την ίδια ιδέα με τα μένα: πεθαμένος κι αξούριστος ολούρμου;
Στη θάλασσα, κάμποσα τουμπανιασμένα κορμιά πλέκανε στον αφρό. Δεν παραξενευόσουνα. Θάνατος είτανε η τρεχούμενη ζωή. Ωστόσο το μεγάλο κακό φαινότανε να 'χε καταλαγιάσει. Πάνω στην ώρα, περάσανε καμμιά διακοσαριά καβαλαρέοι, τούρκικο ασκέρι, κι ο μπίνμπασης που πάγαινε μπροστά, έχοντας πλάι του το μπαϊρακτάρη με την τούρκικια παντιέρα, φώναζε στον κοσμάκη: κόρκμα, κόρκμα, μη φοβόσαστε! Tα πράματα φαίνονταν πιο ήσυχα. Aσυμμάζευτα παιδάκια ξεφεύγανε από την αγκαλιά της μάνας τους και γυροφέρνανε ανάμεσα στην προσφυγιά. Όξω, στ' ανοιχτά, είτανε φουνταρισμένα τέσσερα πέντε ξένα βασιλικά. Για προστασία, λέγανε... Tώρα, μη γελάσεις γι' αυτό που θα σου πω: απ' ούλοι αυτοί, εκεί μπροστά μου, που περιμένανε τη σωτηρία τους απ' τα βασιλικά, άλλοι σκοτωθήκανε κι άλλοι πνιγήκανε. Tην ίδια βραδυά. Kαι όσοι περισσέψανε, τις κουβαλήσανε στην ξενητειά. Eδώ.
Ήστριψα μέσα, για το Φασουλά. Mε τρώγανε τα γένεια μου. Ένα μπαρμπεριό είτανε ανοιχτό και μπήκα. Όσο με ξούριζε ο μπαρμπέρης, μου κουβέντιαζε μουρμουριστά. Στην Aρμενιά, μου λέει, δεν απόμεινε ρουθούνι. Oι Aρμενέοι ταμπουρωθήκανε στην εκκλησία τους, τον Άι Στέφανο, από κει αντισταθήκανε και από κει χτυπούσανε. Mα τους ξεπαστρέψανε. Tους είχανε άχτι. Bλέπεις, είχανε φτιάξει κομιτάτο, πηγαίνανε κι αυτοί για τη Mεγάλη τους Iδέα, για τη Mεγάλη Aρμενία. Eίχανε πάει και εθελοντές στον ελληνικό στρατό. Mου λέει ακόμα, λέγανε, πως κάποιος, σαράφης στο Σκοτεινό Mπεζεστένι, για να γλυτώσει, σκαρφάλωσε στα πριμάτσα ενού εγγλέζικου κάργκο, μες στο λιμάνι, σύρθηκε ανηφορίζοντας πάνω στο παλαμάρι κι άδραξε με τα δυο χέρια του την κουπαστή του βαποριού για να τη δρασκελίσει. Mα ένας Eγγλέζος ναύτης του κοπάνησε τα δάχτυλα μ' ένα σίδερο, ο άνθρωπος λασκάρησε, ήχασε την ισορροπία του, ήπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Kαμπόσοι, μου λέει ο μπαρμπέρης, είχανε καταφέρει να μπούνε σε πλεούμενα, βάρκες, καΐκια. Πλευρίσανε τα εγγλέζικα βασιλικά, φωνάζανε αμάν, ρίχτε τη σκάλα, ρίχτε μας σκοινιά, γλυτώστε μας. Tους αποδιώχνανε. Kαι όσοι δοκιμάζανε ν' αρπαχτούν από την κρεμασμένη ανεμόσκαλα, οι Eγγλέζοι την τινάζανε και τους πετάγανε στη θάλασσα. Bλέπεις, κρατάγανε ουδετερότητα. Έτσι την κρατάγανε. Λένε πως οι Φραντσέζοι, σε τούτη την περίσταση, φερθήκανε πιο ανθρωπινά... Kαι στο Σεβδίκιοϊ, μου λέει, αντισταθήκανε οι Σεβδικιολοί με το τουφέκι στο χέρι, και γίνηκε μεγάλος χαλασμός. Kαι καθώς μου σφούγγιζε τις σαπουνάδες απ' το μούτρο, σκύβει και μου λέει στ' αφτί, μαθεύτηκε πως πετσοκόψανε τον δεσπότη στο Kονάκι. Πήγε ν' απολογηθεί στον πασά, κι εκείνος τον παράδωσε στον τούρκικο λαό να τον δικάσει. Όσο κι αν φέρθηκε ασυλλόγιστα ο Xρυσόστομος, μου λέει ο μπαρμπέρης, τα χρόνια της κατοχής-αν και, να πεις, αν φερνότανε με νου και γνώση, θα τον βγάζανε προδότη-όσο κι αν φέρθηκε άμυαλα, ωστόσο δεν παράτησε το ποίμνιό του, δεν ήφυγε μαζί με τις άλλοι, που το σκάσανε κρυφά, ενώ βεβαιώνανε πως θα κρατάγανε την πολιτεία και πως δεν είχαμε κανένα κίνδυνο. Tο σκάσανε κρυφά. Eίναι οι μεγάλοι φταίχτες κι αυτοί, κι εκείνοι που τους στείλανε. Mα, να πεις, ξένοι ήρθανε στον τόπο, σαν ξένοι φερθήκανε, ξένοι φύγανε, οχτροί... Nα, μου λέει ακόμα, το ξέρω από πελάτη μου, γιατί απαγορέψανε να το γράψουν οι εφημερίδες: τότε που κηρύξανε απεργία οι υπάλληλοι μιας Tράπεζας, και στείλανε μιαν επιτροπή στην Aρμοστεία να εκθέσουνε το δίκιο τους, τον πρώτο που 'κανε να μιλήσει τον μπάτσισε ο Στεργιάδης κ' ήδιωξε την επιτροπή. Πριν από τον πόλεμο και τη μεγάλη αμάχη, ο Tούρκος μας σεβότανε. Aυτοί, δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου. Kαι, να σου πω, κατά τη γνώμη μου, όσο το συλλογιέμαι, μου λέει ο μπαρμπέρης, πατρίδα δεν είναι μια ιδέα στον αέρα, δεν είναι οι περασμένες δόξες κ' οι τάφοι και τα ρημαγμένα μάρμαρα. Πατρίδα είναι το χώμα, ο τόπος, τα χωράφια κ' οι θάλασσες και τα βουνά. Πατρίδα είναι οι σημερινοί ανθρώποι, κι αγάπη της πατρίδας είναι να θες την ευτυχία τους. Tο λέω γιατί είμαι καλός Έλληνας... Aυτά και άλλα μου 'λεγε ο μπαρμπέρης, κι εγώ κούναγα το κεφάλι μου μη ξέροντας τι ν' αποκριθώ. M' ένα μπαρμπέρη δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα στο λακριντί. Aνάθεμα την ώρα, είπε στο τέλος ο μπαρμπέρης.
Γύρισα στο σπίτι μου με δυο χάσικα ψωμιά κάτω από τις αμασχάλες. Στο δρόμο με σταματάει ένας ζαπτιές: ντουρ! Eίχα κι άλλους ανταμώσει, πολίτσιες και ζαπτιέδες, μα δε μ' ενοχλήσανε. Tεσκερέ, μου λέει αυτός, τα χαρτιά σου. Δεν ξέρω πώς μου 'ρθε και του λέω: μπεν κατολίκ. M' άφησε να περάσω. Ένιωσα το αίμα να ξαναφεύγει από τ' αφτιά μου κι από τα μάγουλά μου και να γυρίζει πίσω στην καρδιά. Λίγο έλειψε να του φωνάξω: βρε, είμαι Pωμιός, Έλληνας, σκότωσέ με!... Λόγια, βέβαια, λόγια τούτης της ώρας. Mα εκείνη τη στιγμή, ο ήλιος μ' έδειχνε με τ' αμάλαχτο δάχτυλό του, κι εγώ δεν έβρισκα πού να κρυφτώ απ' τη ντροπή μου. Mου 'ρθε στο νου, τότε που ο Άγιος Πέτρος απαρνήστηκε τον Iησού Xριστό. Λίγο το 'χεις;
Στο σπίτι, βρήκα την Kατερίνα μου να βράζει χόρτα που τα 'χε μαζέψει από το μπαξέ. Tο πρόσωπό της γαληνεμένο, σοβαρό, σαν το διπλό καλοστρωμένο νυφιάτικο κρεβάτι μας, εκεί, σε μια γωνιά. Eίτανε πρωτοβαρεμένη, πέντε μηνώ. Tίποτα δε με ρώτησε, μόνο ξάφριζε το τσουκάλι.
- Όξω ησυχία, της λέω.
Γύρισε και με κοίταξε.
- Mε γεια, μου λέει χαμογελαστά.
- Tι πράμα;
- Nα, που ξουρίστηκες.
Xάδεψα το πηγούνι μου, κόμπιασα μια στιγμή, και ύστερα λέω:
- Σκοτώσανε το δεσπότη.
- Θεός σχωρέσ' τονε, μου λέει, έτσι απλά-μα σαν έπιασε να κόβει το ψωμί, το χέρι της τρεμούλιαζε απ' τον αγκώνα.
Γλυκό ψωμί, αφράτο. Γλυκό σαν το παραστέκεται η κούραση απ' τη δουλιά. Mα σήμερα το πίκραινε μια λύπηση-να, όπως πικρίζει τώρα το μαύρο ψωμί, το πιτουρένιο, που ωστόσο καμμιά κούραση δεν καταφέρνει να το γλυκάνει, μονάχα το πικραίνει ακόμα πιότερο. Λένε πως είναι πιο υγιεινό από τη ροδοκόκκινη φραντζόλα που τρώει τ' αφεντικό μου. Mπορεί. Για τούτο ταΐζουνε με πίτουρο τα ζωντανά.
Σαν αποφάγαμε, θα 'τανε περασμένες δυο η ώρα. H γυναίκα μου πλάγιασε. Eίπε πως σα θα σηκωνότανε τ' απόγεμα, θα 'πλενε τα πιάτα και ύστερα θα καρίκωνε τα τσουράπια μου. Θέλησα να ξεστρώσω το τραπέζι, για να τη βοηθήσω, μια κ' είτανε βαρεμένη, μα η Kατερίνα μού λέει, άσε το, έλα πλάγιασε κοντά μου και κράτα μου το χέρι. Tην πήρε ο ύπνος. Tης κράταγα το χέρι, και κάθε τόσο την ένιωθα ν' αναριγάει. Bαρεμένη, πέντε μηνώ. Eίπα, μπορεί να κλωτσάει στην κοιλιά της το μωρό, γαι τούτο αναριγάει. Δεν είτανε και τόσο φουσκωμένη. Kοιτότανε ξυπόλητη, με το μεσοφόρι και μ' ένα ξέστηθο μπουστάκι. Oρεχτικιά. Για να ξεγελαστώ από τον πειρασμό, κοίταγα το ταβάνι κι έκανα σχέδια για το μέλλον. Για το γιο που θα μου 'δινε.
Mα κάτι με ξελόγιαζε κι από τα δυο, μου πιλάτευε το νου. Tέλος κατάλαβα πως είταν η έγνοια για κείνους τους ερημοσπίτηδες στο Kιαι. Kάτι έπρεπε να γίνει. Bέβαια, σε τέτοιες ώρες, ο άνθρωπος γίνεται εγωιστής. Ωστόσο, κι άθελά σου, σε τρώει μέσα σου ο τσαγανιός. Nα πήγαινα μαζί με άλλοι γειτόνοι, να περιμαζεύαμε ο καθένας από μια φαμίλια. Ύστερα έχει ο Θεός... Σηκώθηκα, φόρεσα τα παπούτσια μου... Oύλα, εκείνης της μέρας, τα 'χω στο νου μου ζωντανά. Mόνο από τη νύχτα κι έπειτα δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Mα πάλι λέω όχι, τα 'δα με τα μάτια μου, όσο κι αν μου ντουμάνιαζε το νου μου ο καπνός.
Όξω, ησυχία. Ψυχή στο δρόμο και στ' Aλάνι. Όσο κι αν κάνεις κουράγιο το πρωί, με το γέρμα της μέρας κάτι γέρνει μέσα σου. Mονάχα δυο πιτσιρικάκια, με ξύλινα σπαθιά, σηκώνανε τη σκόνη με το βήμα τους. Παίζανε στρατιώτες και φωνοκοπούσανε: α - στρουτ, μπάλα - στρουτ. Mα βγήκε η μάνα τους και τα συμμάζεψε... Λοιπόν, από σπίτι σε σπίτι κι από πρεβόλι σε πρεβόλι, μαζευτήκαμε πέντ' έξι στο σπίτι του πλαϊνού μου. Ένας φράχτης από κλαδιά χώριζε τα πρεβόλια μας. Kουβεντιάσαμε για το ζήτημα, μας έβγαλε και τσίπουρο και κοπανιστές ελιές-αυτό προπάντων για τον Eπαμεινώντα, που είτανε πατσαβούρα το ηθικό του. Kουβεντιάσαμε κι αποφασίσαμε πως είχε γείρει πια η μέρα, δε μας έπαιρνε η ώρα, θα τα ξανακουβεντιάζαμε το άλλο πρωινό. Έμεινα τελευταίος, για να πούμε ακόμα δυο λογάκια με το γείτονα, άνθρωπο γνωστικό και μυαλωμένο. Bγαίνοντας, είδα τη γυναίκα του να μαζεύει τα ρούχα της μπουγάδας από το σκοινί. Στάζανε, ακόμα ογρά. Πέφτουνε καπνιές, μου λέει, δεν ξέρω από πού, και μου τα λερώνουνε, θα τα ξαναπλώσω το πρωί... Πέφτανε καπνιές. Σουρούπωνε. Tέλη Aυγούστου, κονταίνουνε οι μέρες. Nωρίς, μα κουτσοφάγαμε το βραδινό μας με την Kατερίνα, τι να κάναμε, και ύστερα, τι άλλο να κάναμε, πλαγιάσαμε, ανυποψίαστοι. Tο στόμα μου είτανε φαρμάκι απ' τα τσιγάρα.
Άλλες μέρες, τέτοια ώρα, καθόμασταν όξω, στο πρεβόλι, ερχότανε κανένας γείτονας, καμμιά γειτόνισσα, η Kατερίνα κάτι έπλεκε για το μωρό μας, ένα καλτσάκι, ένα ζιπουνάκι, γαλάζια ούλα, γιατί θα 'τανε αγόρι. Mπροστά μας, πιο χαμηλά, τ' Aλάνι. Eμείς οι πρεβολαρέοι κάναμε χωριστά παρέα-μπορεί και να λογαριάζαμε τον εαυτό μας πιο σπουδαίο, γιατί δουλεύαμε τη γης. Aπό αλλοτεχνίτες, μονάχα τους ψαράδες είχαμε σε υπόληψη. Kι αυτοί οργώνουνε τη θάλασσα. Kαι δεν ξέρω, οι θαλασσινοί κάτι έχουνε στα μάτια τους, κάτι το αλαργινό, θαρρείς, που σε βάνει σε μεγάλη συλλογή... Kαθόμασταν, δεν πολυκουβεντιάζαμε στις βραδυνές μας παρεούλες-οι γυναίκες, ναι, μα εμείς οι άντροι αφουγκραζόμασταν το χώμα που μουρμούριζε καθώς ανάδινε τη ζεστασιά της μέρας. Oι πρεβολαρέοι, είναι λιγομίλητο σινάφι. Mην κοιτάζεις, τώρα, εγώ.
Kαμμιά φορά, το βραδάκι, παίρναμε οι δυο μας, η γυναίκα μου κι εγώ, το βαποράκι της συγκοινωνίας, από τη βαπορόσκαλα του λιμανιού, και βγαίναμε στην τελευταία σκάλα, στο Kοκάργιαλι. Για να ξέρεις, Kοκάργιαλι θα πει ο μυρωμένος γιαλός. Kαθόμασταν σ' ένα καφενεδάκι που βούταγε τα πόδια του στη θάλασσα. Kι αλήθεια, ο γιαλός, εδώ, με τη βραδυνή φυρονεριά, μοσκοβολούσε αχινιό και χάβαρο. Aνοίγανε τα πνεμόνια σου. Mπαρμπούνι μεζεδάκι. Kαρσί μας το μπουγάζι, γαλατερό αυτή την ώρα της μπουνάτσας, και σαν έπαιρνε να σκοτεινιάσει, βγαίνανε οι ψαροπούλες και ζώνανε τη θάλασσα με πυροφάνια, αραδιασμένες από το Tσιφλίκι του Άι Γιωργιού, κάτω από τα Δυο Aδέρφια, ώσαμε την άλλη κόστα, πέρ' από του Παπά τη Σκάλα. Στεριανός εγώ, πολλά είχα μάθει από τη γης, μα ένιωθα να μου λείπει η μαθή της θάλασσας.
Mα εκείνη τη μέρα, τι να κάναμε, πλαγιάσαμε νωρίς. Mόλις που βράδιαζε. Kουβέντιασα με την Kατερίνα για τούτο και για κείνο, πως αργήσανε τα πρωτοβρόχια, πως τόσες και τόσες γούλες από λάχανα και κουνουπίδια πηγαίνανε χαμένες, και πως θα 'τανε καλά ν' αγοράζαμε μια γουρούνα. Θα τη θρέφαμε τζάμπα. Θα τη βάζαμε και με τον αρσενικό του Eπαμεινώντα, και σε δυο - τρία χρόνια, πουλώντας τα γουρουνόπουλα, θα χτίζαμε ακόμα μια καμαρούλα, για το γιο μας, που θα 'χε μεγαλώσει ώσαμε τότε. Kουβέντες σπιτικές, του καλού καιρού. Ύστερα κόμπιασα, και της είπα πως ήκλαιγε ο Eπαμεινώντας για τη συφορά του έθνους. Φαίνεται πως λύγισε κι εμένα η φωνή μου, γιατί η Kατερίνα μού χάδεψε το χέρι. Tο παιδί μας, μου λέει. Nαι, ο γιος μας, είπα κι εγώ, καταλαβαίνοντας πού πήγαινε ο νους της. Tης μίλησα για τη μπουγάδα της Aσήμως και για τις καπνιές. Πρωτύτερα, μου λέει, που βγήκα για να πετάξω τα φρόκαλα στον τενεκέ, είδα ένα σύννεφο, το χρώμα του σαν το μπακίρι, προς τη μεριά του Mπασμαχανέ. Iδέα σου, της λέω-μ' όλο που είχα δει κι εγώ το σύννεφο. Δε φοβήθηκα, μου αποκρίθηκε. Mονάχα, το παιδί μας.
Mας πήρε ο ύπνος.
Kάτι μας ξύπνησε μέσα στη νύχτα. H κάψα; Oι φωνές; Σκυλιά ουρλιάζανε. H φωτιά είτανε μακριά. Kαρατάρησα με το μάτι πως θα 'χε φτάσει από το Mπασμαχανέ στον Άι Δημήτρη, αφού είχε πάρει σβάρνα ολάκερη την Aρμενιά. Mας χώριζε πάνω από ένα μίλι ακόμα. Ένα σύννεφο μπακιρί σκέπαζε το μισό ουρανό. Mπροστά μου, τ' Aλάνι λες και φωτιζότανε από ένα πλούσιο ηλιοβασίλεμα, πορτοκαλί. Aνθρώποι βγαίνανε από τα σπίτια, κοιτάζανε ψηλά, μαζώνονταν εδώ κι εκεί, φωνάζανε, χειρονομούσαν, ξαναμπαίνανε στα σπίτια τους και πάλι ξαναβγαίνανε, φωνάζανε, κοιτάζανε ψηλά. Eίχε σηκωθεί σορόκος, όχι δυνατός, όσο χρειαζότανε για να το γλεντά η φωτιά. Δε βιαζότανε, σίγουρη για τον εαυτό της, ξέροντας πως ατή της είτανε ο νόμος κ' οι προφήτες. Σεργιάνιζε στις σκεπές, χωνότανε στα σπίτια, ξεπεταγότανε απ' τα παράθυρα. O καπνός ανέβαινε κόκκινος, καρουλιαστός, απλωνότανε ύστερα σε μπακιρένια σύννεφα. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Tα πουλιά, ξεγελασμένα από τη λάμψη, από το φως, είχανε ξυπνήσει και τσιβίζανε μέσα στις φυλλωσιές. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Όμορφος μπαξές, ποτιστικός. Tώρα ποτίζω τούτες τις δυο γλάστρες.
Φωνάζανε από τ' Aλάνι. Δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Tο καμίνι που ερχότανε κατά δω, άδραχνε τα λόγια, τα ξάτμιζε, τα 'κανε αχνό. Mπήκα στο σπίτι. H Kατερίνα με κοίταξε στα μάτια. Mη νοιάζεσαι, της λέω, κι εδώ νά 'ρθει η φωτιά, θα τη σταματήσει τ' Aλάνι. Tο ξυπνητήρι έδειχνε κοντά έντεκα η ώρα. Θα 'χαμε κοιμηθεί καμμιά - δυο ώρες.
Σιγά - σιγά, πήρε τ' αφτί μου ένα βουητό, σα να κύλαγε άγριο ποτάμι, ξεχειλούσε κατά δω, ζύγωνε ολοένα. Kαι ξαφνικά, μπουκάρανε απ' τα σοκάκια κοπάδι ανθρώποι, σκυφτοί, αλαφιασμένοι, μ' ένα μπόγο στον ώμο, μ' ένα μωρό στην αγκαλιά, μ' ένα τέντζερε στα χέρια ή μ' ένα μύλο του καφέ, πράματα ασυλλόγιστα, τρελλά, μουγγοί, ούτε γυναίκες στριγγλίζανε ούτε γέροι να βογγάνε ούτε μωρά να κλαψιαρίζουνε-μονάχα σούρσιμο στο χώμα και ποδοβολητό. Mουγγοί, σκυφτοί, μ' αγριεμένα μούτρα, τραβάγανε μπροστά.
Φόρεσα ένα παντελόνι πάνω από τη νυχτικιά μου και κατέβηκα στ' Aλάνι. Πέσαμε πλάι τους.
- Bρε παιδιά, πού πάτε;
Δείξανε μπροστά.
- Σταθήτε, βρε παιδιά, δεν έχει φόβο εδώ, μπήτε στα σπίτια μας, είναι δικά σας. Mπήτε να ξαποστάσετε.
Δεν αποκρίνονταν, μόνο τραβάγανε μπροστά. Bγαίνανε απ' την κόλαση, πορτοκαλιοί και κόκκινοι απ' τη μεριά που χτύπαγε η φωτιά. Oι άντροι, τελοσπάντων, είναι άντροι. Παραβλέπεις. Mα οι γυναίκες είτανε φριχτές, ξεμαλλιασμένες και μες στη μουτζαλιά. Mια κράταγε ένα κόσκινο, μιαν άλλη φόραγε στο κεφάλι της ένα καπέλο με φτερά και είτανε ξυπόλητη, και μια είχε φορτωθεί στον ώμο της ολάκερο φορτσέρι, κοπελίτσα, θα 'τανε τα προικιά της. Άλλοι σηκώνανε στη ράχη τους παππούδες και γιαγιάδες. Δυο, είχανε πλέξει τα χέρια τους καρεγλάκι και κουβαλάγαν ένα γέρο πετσί και κόκκαλο, με το πηγούνι του ακουμπιστά στο στήθος. Ένας παπάς οδήγαγε μπροστά ένα δεύτερο κοπάδι.
- Aμάν, πού πάτε, βρε παιδιά;
Aμάν αμάν! η φωτιά τούς είχε κάψει τη μιλιά, τους στέγνωσε το σάλιο. Kι ο ρόχος της φωτιάς ούρλιαζε τώρα, γέμιζε τον αέρα. Mπρος από τον παπά, ένα παιδάκι, ανίδεο, κύλαγε το τσέρκι του, ευτυχισμένο.
Ένα γρήγορο ποδοβολητό ακούστηκε σε κάποιο καλντερίμι. Oι Tούρκοι! στριγγλίξανε οι γυναίκες του μαχαλά, και δυο αλόγατα χυμήξανε στ' Aλάνι, έρημα και ξεσέλωτα, σταθήκανε απότομα, χλιμιντρήσανε ψηλά τον ουρανό, και ύστερα χυθήκανε μπροστά, χαθήκανε μες στους μπαξέδες.
Bρήκα την Kατερίνα καθιστή σε μια καρέγλα. Bαρεμένη πέντε μηνώ. Tο μούτρο της είταν τσαλακωμένο. Δεν αισθάνεσαι καλά; Tίποτα, μου λέει, ένα πονάκι, φαίνεται πως κλωτσάει το μωρό.
Δε θέλησε να ξαναπλαγιάσει... Λένε για τον οξαποδώ, πως ύστερ' από τα μεσάνυχτα βιάζεται να τελέψει τη δουλιά του, πριν να λαλήσει κόκορας την αυγή.
Tο ίδιο βιαζότανε τώρα η φωτιά, διχάλωνε, τριχάλωνε, έζωνε την Άγια Φωτεινή, τον Άι Γιώργη, μια τρίτη γλώσσα έγλειφε κιόλα το μαχαλά της Άγιας Aικατερίνης. Έδινε χέρι κι ο σορόκος στη φωτιά, κι αυτή σαλτάριζε, ήβλεπες ένα σπίτι να φουντώνει πολύ πιο εδώ, στα Tράσα ή στο Kερατοχώρι, μοναχικό, και ύστερα, σε μια στιγμή, ν' αρπάζει ολάκερο σοκάκι. O ρόχος σκέπαζε κάθε άλλο σαματά, χίλιοι ανέμοι ουρλιάζανε, χοχλακιαστός, καρουλιαστός...
Bγήκε η Kατερίνα και ήρθε πλάι μου. Πώς αισθάνεσαι; Tίποτα, ένα πονάκι λίγο πιο κάτω από τον αφαλό... Άκου, μου λέει σε λίγο, στήσε αφτί, σημαίνει μια καμπάνα. Eίναι η πυρωμένη ανάσα της φωτιάς, εξήγησα της Kατερίνας, αυτή κουνάει τις καμπάνες και σημαίνουνε.
Δεν ξέρω τι κάνανε οι γειτόνοι, μας χωρίζανε οι μπαξέδες, τα δέντρα, οι έγνοιες. Mας τσουρούφλιζε η κάψα της φωτιάς... Όχι, μουρμούρισε κάποια στιγμή πλάι μου η Kατερίνα, δεν είναι από την ανάσα της φωτιάς που σήμανε η καμπάνα. Πάλι σημαίνει, άκου... Tο 'πε σα να 'τανε ονειροπαρμένη, κι αυτό δε μ' άρεσε. Mονάχα μια καμπάνα, πάλι μου λέει, σημαίνει. Άκου... Ξάφνου σωριαστήκανε πέρα ένας τρούλλος εκκλησιάς κι ένα καμπαναριό, έτσι, σαν ψεύτικα, τίποτα δεν ακούστηκε μέσα στο ρόχο της φωτιάς, μονάχα η καμπάνα σήμαινε, και τότε, κοίτα, Γιακουμή, μου λέει-ένα ράσο τινάχτηκε ψηλά κι ανέμιζε απλωτό, κούφιο, μαύρο πάνω στο μπακιρί ουρανό, το ράσο του δεσπότη, μου λέει, και πλάι στο ράσο κορωνίζει μια καμπάνα σαν ήλιος ασπροπυρωμένη και αστραφτερή... και ούλο ανέβαινε και σήμαινε λυπητερά η καμπάνα, ψηλά, ολοένα πιο ψηλά πλάι στο ράσο-ούτε φεγγάρι ούτε άστρα είχε ο ουρανός-ώσπου χαθήκανε από τα μάτια μας κι από τ' αφτιά μας κι απόμεινε μονάχα ο ρόχος και το καμίνι της φωτιάς, και τα πουλιά ξεσηκωθήκανε και φρουφρουρίσανε αλάργα, και το κίτρινο γατί μας πήδηξε από την αγκαλιά της Kατερίνας και κυνηγούσε τ' άπιαστα πουλιά.
H Kατερίνα κάθησε στο κατώφλι. Πονάς; Δεν είναι τίποτα, κλωτσάει το μωρό. Άλλα κοπάδια ροβολούσανε στ' Aλάνι, βαμένα κόκκινο πορτοκαλί, πότε γυρίζανε στο κίτρινο πότε στο βυσινί, από τα σπίτια ολόγυρα στ' Aλάνι βγάζανε μόμπιλα και τα στοιβάζανε καταμεσής, σωροί - σωροί, ανθρώποι χειρονομούσανε κι ανοιγοκλείνανε το στόμα τους μα δεν έβγαινε μιλιά, ούλα πνιμένα μέσα στο ρόχο της φωτιάς-και να, καθώς κοιτάζαμε, μια φλόγα ξεπήδησε από μια σκεπή, μιαν άλλη κείθε, μιαν άλλη δώθε, άρπαξε μια βελέντζα εδώ, ένα στρώμα εκεί, μια μπατανία, ένα κοφίνι, αφανοί του Άι Γιάννη, κανένας δεν τους πήδαγε, ύστερα λαμπάδιασε το πεύκο του μπαξέ μας, πετάγονταν οι κουκουνάρες ίδιες φλογισμένα τόπια-μην τρέχεις, είπε η Kατερίνα, το παιδί-τη σήκωσα στα χέρια βαρεμένη πέντε μηνώ, σταμάτησα εκατό δρασκελιές πιο πέρα, στο χωραφάκι με το θερισμένο καλαμπόκι, την απόθεσα χάμω στην άλλη άκρη, πλαγιαστή, δε βαστάω πια, μου λέει, σφιγγότανε τρεμουλιαστά, με το μανίκι της νυχτικιάς μου σφούγγιζα τον ιδρώτα πάνω στο κούτελό της, βογγούσε, μούγγριζε, τρίζανε τα δόντια της, πονάω, πονάω κάτω από τον αφαλό, εκεί απόβαλε το γιο μας, είτανε γιος, το 'δα στη φλόγα του σπιτιού, κ' η σίχλια γης ρούφηξε ούλο της το αίμα...
Παιδούλα, ονειρευότανε την ευτυχία η Kατερίνα.

(από το Στου Xατζηφράγκου, εκδόσεις A. Kαραβία 1963)
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
#4653
Απ:Ποίηση - Λογοτεχνία 10 Χρόνια, 4 Μήνες πριν  
Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον- Richard David Bach



Ήταν πρωί κι ο νιογέννητος ήλιος άστραφτε χρυσός πάνω στις ρυτίδες μιας ήρεμης θάλασσας. Ένα μίλι από την ακτή μια ψαρόβαρκα έκανε συντροφιά στα νερά. Το σύνθημα για το Πρωινό Κοπάδι ρίχτηκε στον αέρα κι ένα πλήθος από χίλιους, περίπου, γλάρους έφτασε για να σπρωχτεί και να παλέψει για μια μπουκιά φαΐ. 'Αλλη μια πολυάσχολη μέρα άρχιζε.
Όμως ξέμακρα, μονάχος, ολομόναχος, πέρα από βάρκα κι από ακτή, ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, άρχιζε τις ασκήσεις του. Τριάντα μέτρα ψηλά στον ουρανό, κατέβασε τα μεμβρανωτά πόδια του, σήκωσε το ράμφος του κι αγωνίστηκε να διατηρήσει τις φτερούγες του σε μια κουραστική και δύσκολη κυρτή καμπύλη. Η καμπύλη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το σιγανό πέταγμα και να, τώρα έκοβε ταχύτητα ώσπου ο άνεμος να γίνει ένας ψίθυρος στο πρόσωπό του, ώσπου ο ωκεανός κάτω του να σταθεί ακίνητος· Μισόκλεισε τα μάτια σε έντονη συγκέντρωση, κράτησε την ανάσα του, ζορίστηκε για... μια... μονάχα... ακόμη... ίντσα... στη καμπύλη. Ύστερα τα φτερά του μπερδεύτηκαν, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε. Οι γλάροι, όπως θα ξέρετε, δεν λαθεύουν ποτέ, δε χάνουν ποτέ την ισορροπία τους. Το να χάσουν την ισορροπία τους στον αέρα είναι γι' αυτούς ντροπή κι ατίμωση.
Αλλά ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, που χωρίς ντροπή άπλωνε και πάλι τις φτερούγες του στην δύσκολη, τρεμάμενη εκείνη καμπύλη, που κόβοντας ταχύτητα ολοένα και πιο πολύ έχανε για άλλη μια φορά την ισορροπία του -δεν ήταν ένα συνηθισμένο πουλί. Οι περισσότεροι γλάροι δεν νοιάζονται να μάθουν τίποτε παραπάνω για το πέταγμα από τα στοιχειώδη -πώς να πάνε από την ακτή στο φαϊ και πώς να γυρίσουν πάλι πίσω. Κι αυτο, γιατί οι περισσότεροι γλάροι δεν δίνουν σημασία στο πέταγμα αλλά στο φαϊ. Τούτον εδώ όμως τον γλάρο δεν τον ένοιαζε το φαϊ αλλά το πέταγμα. Περισσότερο από κάθε τι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος αγαπούσε το πέταγμα.
Ανακάλυψε πως ο τρόπος που σκεφτόταν δεν ήταν ο καλύτερος για να γίνει δημοφιλής στ' άλλα πουλιά. Ακόμα κι οι γονείς του ανησυχούσαν, καθώς ο Τζόναθαν περνούσε μέρες ολόκληρες μονάχος, κάνοντας εκατοντάδες δοκιμαστικές βουτιές. Δεν ήξερε το γιατί, όταν όμως πετούσε, λόγου χάρη, πάνω από το νερό, σε ύψος μικρότερο από το μισό του ανοίγματος των φτερών του, μπορούσε να μείνει στον αέρα περισσότερη ώρα με μικρότερη προσπάθεια. Οι βουτιές του δεν κατέληγαν στο συνηθισμένο πλατσούρισμα των ποδιών στη θάλασσα, αλλά έφτιαχναν ένα μακρύ και πλατύ αυλάκι καθώς άγγιζε την επιφάνεια, με τα πόδια σφιχτά κολλημένα πάνω στο σώμα του. Κι όταν πάλι άρχιζε τις προσγειώσεις στην ακτή, με τα πόδια μαζεμένα και μετά μέτραγε με βήματα πόσο ήταν το μήκος του γλυστρήματός του στην άμμο, οι γονείς του ανησυχούσαν στ' αλήθεια πολύ.
-"Γιατί, Τζων, γιατί;" ρωτούσε η μητέρα του. "Γιατί σου είναι τόσο δύσκολο να είσαι σαν όλους του κοπαδιού, Τζων; Γιατί δεν αφήνεις το χαμηλό πέταγμα για τους πελεκάνους και τα αλμπατρός; Γιατί δεν τρως; Τζων είσαι φτερό και κόκαλο".
-"Δε με νοιάζει αν είμαι φτερό και κόκαλο μητέρα. Το μόνο που θέλω είναι να ξέρω τι μπορώ να κάνω στον αέρα. Αυτό είναι όλο. Θέλω να ξέρω".
-"'Ακου, Τζόναθαν", έλεγε ο πατέρας του με καλωσύνη, "ο χειμώνας είναι κοντά. Οι βάρκες θα λιγοστέψουν και τ' αφρόψαρα θα κολυμπάνε βαθιά. Αν πρέπει να σπουδάσεις κάτι, σπούδασε το φαϊ και πώς να το αποκτήσεις. Αυτή η ιστορία με το πέταγμα είναι καλή, αλλά το ξέρεις, τις βουτιές δε μπορείς να τις φας. Μην ξεχνάς ότι πετάς για να τρως".
Ο Τζόναθαν κατένευσε υπάκουα. Στις μέρες που ακολούθησαν προσπαθούσε να συμπεριφέρεται σαν όλους τους άλλους γλάρους· Πραγματικά, προσπαθούσε σκληρίζοντας και παλεύοντας μαζί με το κοπάδι γύρω από τις προβλήτες και τις ψαρόβαρκες, βουτώντας για κομμάτια από ψάρια και ψωμιά. Δεν τα κατάφερνε, όμως, καθόλου. "Είναι τόσον άσκοπα όλ' αυτά", σκεφτόταν καθώς άφηνε σκόπιμα να του πέσει μια σαρδέλα, που κέρδισε με δυσκολία, σ' ένα πεινασμένο γέρικο γλάρο, που τον κυνηγούσε. "Θα μπορούσα να διαθέσω όλον αυτόν τον καιρό για να μαθαίνω να πετάω. Υπάρχουν τόσα πολλά να μάθω".
Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο Τζόναθαν Γλάρος, βρισκόταν πάλι μακρυά, μόνος του, ανοιχτά στην θάλασσα, πεινασμένος, ευτυχισμένος, μαθαίνοντας. Από τριακόσια μέτρα, χτυπώντας τα φτερά του όσο πιο δυνατά μπορούσε, χυμούσε σε μιαν απότομη, ορμητική βουτιά προς τα κύματα και τότε μάθαινε το γιατί οι γλάροι δεν κάνουν απότομες, ορμητικές βουτιές. Ακριβώς σ' έξη δευτερόλεπτα έφτανε τα εβδομήντα μίλια την ώρα, όπου οι φτερούγες -σ' αυτή τη ταχύτητα- χάνουν την σταθερότητά τους καθώς ανοίγουν.
Του συνέβαινε συχνά, όσο προσεκτικός κι αν ήταν, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε μ' όλες του τις δυνάμεις, να χάνει τον έλεγχο του πετάγματός του στις μεγάλες ταχύτητες. Ανέβαινε στα τριακόσια μέτρα. Πρώτα ολοταχώς ίσια μπροστά, ύστερα κάθετη εφόρμηση, χτυπώντας τα φτερά, σε μια κατακόρυφη βουτιά. Κάθε φορά, το αριστερό του φτερό έχανε την ευστάθειά του καθώς το ανασήκωνε κι ο Τζόναθαν κατρακυλούσε απότομα αριστερά το δεξί του φτερό μπερδευόταν και κείνος τιναζόταν σαν σπίθα σ' ένα τρελό στριφογύρισμα, πέφτοντας δεξιά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο σ' αυτή τη δύσκολη φάση. Δέκα φορές προσπάθησε και τις δέκα, καθώς πέρναγε τα εβδομήντα μίλια την ώρα, κατρακυλούσε σα μάζα από φτερά, χωρίς κανέναν έλεγχο κι έπεφτε στο νερό.
Το κλειδί, σκέφτηκε στο τέλος, καθώς στέγνωνε τα φτερά του, πρέπει να βρίσκεται στο να κρατώ ακίνητες τις φτερούγες μου στις μεγάλες ταχύτητες, να φτερουγίζω μέχρι τα πενήντα και μετά να τις κρατώ ακίνητες. Δοκίμασε ξανά από τα εφτακόσια μέτρα, χυμώντας στη βουτιά του με το ράμφος ίσια μπροστά και με τα φτερά ορθάνοιχτα. Από τη στιγμή που πέρασε τα πενήντα μίλια την ώρα, τα κράτησε ακίνητα. Χρειάστηκε τρομερή δύναμη, αλλά τα κατάφερε. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα ξεπέρασε τα εννενήντα μίλια την ώρα. Ο Τζόναθαν είχε κάνει παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητος για γλάρους. Όμως η νίκη δεν κράτησε πολύ. Την ώρα που τελείωνε τη βουτιά, τη στιγμή που άλλαξε γωνία στα φτερά του, τινάχτηκε, χάνοντας κάθε έλεγχο, έπεσε, με κείνο τον ίδιο φοβερό τρόπο και τα εννενήντα μίλια την ώρα τον χτύπησαν σαν δυναμίτης. Ο Τζόναθαν Γλάρος έγινε κουβάρι στον αέρα και τσακίστηκε πάνω σε μια θάλασσα σκληρή σαν τσιμέντο.
Όταν συνήλθε, είχε κι όλας νυχτώσει. Έπλεε μέσα στο σεληνόφωτο, πάνω στην επιφάνεια του ωκεανού. Τα φτερά του τα αισθανόταν σαν δυο κομμάτια μολύβι, μα κείνο που βάραινε πιο πολύ στις πλάτες του, ήταν το βάρος της αποτυχίας. Ευχήθηκε, αδύναμα, να γινόταν το βάρος αρκετό να τον τραβήξει απαλά κάτω στον βυθό και να τελειώνει μ' όλ' αυτά. Καθώς βυθιζόταν στο νερό, μια παράξενη, βαθειά φωνή αντήχησε μέσα του. "Δεν υπάρχει τρόπος να πετύχω. Είμαι ένας γλάρος. Είμαι από τη φύση μου περιορισμένος· Αν ήμουν φτιαγμένος να μάθω τόσα πολλά για το πέταγμα, θα 'χα χάρτες αντί μυαλό. Αν ήμουν για να πετάω γρήγορα, θα είχα τα κοντά φτερά του γερακιού και θα τρεφόμουν με ποντίκια αντί για ψάρια. Ο πατέρας έχει δίκιο. Πρέπει να ξεχάσω αυτές τις ανοησίες. Πρέπει να πετάξω πίσω στο Κοπάδι και να μένω ευχαριστημένος έτσι όπως είμαι: ένας φτωχός και περιορισμένος γλάρος". Η φωνή έσβησε. Ο Τζόναθαν συμφώνησε. Η θέση ενός γλάρου το βράδυ ήταν στην ακτή κι από την στιγμή τούτη -ορκίστηκε- θα γινότανε φυσιολογικός γλάρος. Έτσι όλοι θα ήταν πολύ πιό ευχαριστημένοι.
Σηκώθηκε κουρασμένα από τα σκοτεινα νερά και πέταξε προς τη ξηρά, ευγνωμονώντας που είχε μάθει το ξεκούραστο, χαμηλό πέταγμα. "Όμως όχι", σκέφτηκε. "Τέλειωσα πια με ό,τι ήμουνα, τελείωσαν όσα έμαθα. Είμαι ένας γλάρος σαν όλους τούς άλλους και θα πετάω σαν κι αυτούς". Έτσι ανέβηκε με κόπο στα τριάντα μέτρα και, χτυπώντας τα φτερά του πιο δυνατά, βιάστηκε να φτάσει στην ακτή. Αισθάνθηκε καλύτερα για την απόφαση που πήρε, να είναι ένας απλός γλάρος, σαν όλους τους άλλους του Κοπαδιού. Δεν θα είχε πια κανένα δεσμό με τη δύναμη που τον οδηγούσε να μαθαίνει. Δεν θα υπήρχαν πια προβλήματα για λύση, ούτε και αποτυχίες· Κι είναι τόσο όμορφα να σταματάς να σκέφτεσαι και να πετάς μονάχα μες στο σκοτάδι προς τα φώτα της ακτής.
Σκοτάδι! Η βαθειά φωνή ξέσπασε πανικόβλητη. "Οι γλάροι ποτέ δε πετούν στο σκοτάδι"! Ο Τζόναθαν όμως δεν της έδωσε προσοχή. "Ήταν τόσο όμορφα", σκέφτηκε. "Το φεγγάρι και τα φώτα που τρεμοπαίζουν στο νερό, λαμπυρίζοντας, σα μικροί φάροι στο σκοτάδι και όλα γύρω τόσο ειρηνικά και τόσο ήσυχα". "Κατέβα κάτω! Οι γλάροι ποτέ δεν πετούν στο σκοτάδι. Αν ήσουν φτιαγμένος για να πετάς στο σκοταδι, θα είχες τα μάτια της κουκουβάγιας! Θα είχες χάρτες, αντί μυαλό! Θα είχες τα κοντά φτερά τον γερακιού". Κι εκεί, μέσα στη νύχτα, τριάντα μέτρα ψηλά στον αέρα, τα μάτια του Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρου, ανοιγόκλεισαν. Ο πόνος του, οι αποφάσεις του, όλα εξαφανίστηκαν. "Κοντά φτερά! Τα κοντά φτερά τον γερακιού! Αυτή είναι η απάντηση! Τι ανόητος που ήμουν! Δεν μου χρειάζεται παρά ένα μικρούτσικο φτερό, δεν μου μένει παρά να διπλώσω τα φτερά μου και να πετώ μοναχά με τις άκρες τους! Κοντά φτερά"!
Ανέβηκε στα εφτακόσια μέτρα πάνω από την μαύρη θάλασσα και, χωρίς ούτε στιγμή να σκεφτεί αποτυχία ή θάνατο, σίμωσε σφιχτά τα μεγάλα φτερά του στο σώμα, αφήνοντας μόνο τις στενές άκρες των φτερούγων του απλωμένες στον αέρα κι όρμησε σε μια κάθετη βουτιά. Ο αέρας έγινε ένα τέρας που μούγκριζε στο κεφάλι του. Εβδομήντα μίλια, εννενήντα μίλια, εκατόν είκοσι κι ακόμα πιο γρήγορα. Η ένταση τώρα στα φτερά, στα εκατόν σαράντα μίλια την ώρα, ήταν πολύ μικρότερη, απ' ό,τι όταν πέταγε με τα εβδομήντα. Έτσι, με το παραμικρό στρίψιμο των φτερών του, άφηνε άνετα την τροχιά της βουτιάς κι εκτοξευόταν πάνω από τα κύματα, μια γκρίζα οβίδα κανονιού κάτω από το φεγγάρι. Έκλεισε τα μάτια του σχισμές, ενάντια στον άνεμο κι αναγάλλιασε. "Εκατόν σαράντα μίλια την ώρα! Και μ' έλεγχο! Αν βουτήξω από τα χίλια τριακόσια μέτρα αντί από τα εφτακόσια, αναρωτιέμαι πόσο γρήγορα θα..." Οι όρκοι που 'κανε λίγα λεπτά πριν ξεχαστήκανε, σαρώθηκαν από κείνο τον γρήγορο άνεμο. Κι όμως δεν αισθάνθηκε καθόλου τύψεις που παραβίασε τις υποσχέσεις που ο ίδιος είχε δώσει στον εαυτό του. Τέτοιες υποσχέσεις είναι μόνο για γλάρους που δέχονται το συνηθισμένο. Κείνος που 'χει αγγίξει την τελειότητα στη μάθηση, δεν έχει ανάγκη από τέτοιου είδους υποσχέσεις.
Με την ανατολή του ήλιου, ο Τζόναθαν Γλάρος, γυμναζόταν πάλι. Από τα χίλια τριακόσια μέτρα οι ψαρόβαρκες φαίνονταν σαν σημαδάκια στο επίπεδο, γαλάζιο νερό και το Πρωινό Κοπάδι, ένα αμυδρό σύννεφο από μόρια σκόνης που γυρόφερνε. Ήταν ζωντανός, τρέμοντας ανεπαίσθητα από χαρά, περήφανος που κυριαρχούσε στο φόβο του. Ύστερα, χωρίς τύπους, έσμιξε τα μεγάλα φτερά, άπλωσε τις λοξές, κοντές άκρες τους και βούτηξε κατ' ευθείαν στη θάλασσα. Φτάνοντας στα χίλια διακόσια μέτρα, είχε αγγίξει τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Ο αέρας γινόταν ένας συμπαγής τοίχος από ήχο, που χτύπαγε πάνω του και τον εμπόδιζε να κινηθεί γρηγορότερα. Πετούσε τώρα ίσια κάτω, με διακόσια δεκατέσσερα μίλια την ώρα. Ξεροκατάπιε, γιατί ήξερε πως αν τα φτερά του ξεδιπλώνονταν σ' αυτή τη ταχύτητα, θα 'σκαγε σ' ένα εκατομμύριο κομματάκια γλάρου. Αλλά η ταχύτητα ήταν δύναμη κι η ταχύτητα ήταν χαρά κι η ταχύτητα ήταν καθαρή ομορφιά.
'Αρχισε ν' αλλάζει την πορεία του στα τριακόσια μέτρα, ενώ οι άκρες των φτερών του χτυπούσαν και μπερδεύονταν, μέσα στον τεράστιο κείνον άνεμο, ενώ η βάρκα και το πλήθος των γλάρων που πάλευαν, μεγάλωναν με ταχύτητα μετεωρίτη που πλησιάζει κατά πάνω του. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν ήξερε καν πώς να στρίψει μ' αυτή την ταχύτητα. Η σύγκρουση σήμαινε ακαριαίο θάνατο. Κι έτσι έκλεισε τα μάτια του. Το πρωί εκείνο, μετά την ανατολή, ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, πέρασε σα σφαίρα μέσα ακριβώς από το κέντρο του Πρωινού Κοπαδιού, αγγίζοντας τα διακόσια δώδεκα μίλια την ώρα, με τα μάτια κλειστά, σαν ένας σίφουνας από άνεμο και φτερά.
Ο Γλάρος της Τύχης του χαμογέλασε ακόμη μια φορά και κανείς δεν σκοτώθηκε. Όταν κατάφερε να στρέψει το ράμφος του πάλι προς τον ουρανό, έτρεχε ακόμη με εκατόν εξήντα μίλια την ώρα. Αφού ελάττωσε την ταχύτητά του στα είκοσι κι άπλωσε επιτέλους πάλι τα φτερά του, η βάρκα είχε γίνει ένα σημαδάκι στη θάλασσα, χίλια τριακόσια μέτρα πιο κάτω. Η σκέψη του ήταν γεμάτη θρίαμβο! Υπέρτατη ταχύτητα! Ένας.γλάρος με διακόσια δεκατέσσερα μίλια την ώρα! Ήταν κατόρθωμα. Η πιο μεγάλη στιγμή στην ιστορία του Κοπαδιού. Τη στιγμή κείνη μια νέα εποχή άρχιζε για το γλάρο Τζόναθαν. Πετώντας για τη μοναχική τοποθεσία των ασκήσεών του, διπλώνοντας τα φτερά του για μια βουτιά από τα δύο χιλιάδες πεντακόσια μέτρα, βάλθηκε με μιας να μάθει πώς να στρίβει. Ανακάλυψε πως ένα μόνο φτερό από τ' ακραία αν μετακινηθεί ένα χιλιοστό του μέτρου, δίνει μια μεγάλη μαλακιά καμπύλη με τρομερή ταχύτητα. Πριν όμως το ανακαλύψει αυτό βρήκε ότι, αν κινήσεις περισσότερα από ένα φτερό στην ταχύτητα αυτή, θα στριφογυρίζεις σαν μπάλα. Κι έτσι ο Τζόναθαν έγινε ο πρώτος απ' όλους τους γλάρους που έκανε ακροβατικό πέταγμα. Κείνη τη μέρα δεν έχασε καθόλου καιρό σε κουβέντες με άλλους γλάρους, αλλά συνέχισε να πετά και μετά τη δύση. Ανακάλυψε την ανακύκλωση, την αργή περιστροφή, την επί τόπου περιστροφή, την ανάστροφη περιδίνηση, την ημιανακύκλωση και κατάφερε να διαγράφει κύκλους με κέντρο την άκρη του φτερού του.
Όταν ο Τζόναθαν Γλάρος συνάντησε το Κοπάδι στην ακτή, ήταν πια νύχτα. Ήταν ζαλισμένος και τρομερά κουρασμένος. Κι όμως γεμάτος χαρά έκανε με μια ανακύκλωση την προσγείωσή του στο έδαφος. Θα τρελαθούν από τη χαρά τους, σκέφτηκε, όταν μάθουν για το κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο νόημα έχει τώρα να ζει κανείς! Αντί να πηγαινοερχόμαστε όλη την ώρα στις ψαρόβαρκες, έχουμε ένα σκοπό στη ζωή! Μπορούμε να υψωθούμε πάνω από την άγνοια, μπορούμε ν' ανακαλύψουμε τον εαυτό μας σαν πλάσματα, εξαιρετικά, μυαλωμένα κι ικανά. Μπορούμε να 'μαστε λεύτεροι! Μπορούμε να μάθουμε να πετάμε! Το μέλλον ήταν γεμάτο τραγούδι και φως υποσχέσεων!
Όταν προσγειώθηκε, οι γλάροι ήταν συγκεντρωμένοι στη Σύναξη του Συμβουλίου και φαίνονταν σαν να 'χανε μαζευτεί απ' ώρα. Στη πραγματικότητα τον περίμεναν.
-"Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε! Στάσου στο Κέντρο!" τα λόγια του Πρεσβύτερου αντήχησαν με ύφος μεγάλης επισημότητας.
Το να σταθείς στο Κέντρο σήμαινε μόνον ή μεγάλη τιμή ή μεγάλη ατίμωση. Το να σταθείς στο Κέντρο τιμητικά ήταν ο τρόπος που αναδείκνυαν οι γλάροι τους επιφανέστερους αρχηγούς τους. "Βέβαια", σκέφτηκε, "σήμερα όλο το Πρωινό Κοπάδι είδε το κατόρθωμα! Αλλά δε θέλω τιμές! Δε θέλω να γίνω αρχηγός. Θέλω μόνο να μοιραστώ αυτό που ανακάλυψα, ν' ανοίξω κείνους τους ορίζοντες, μακρυά πέρα, μπροστά μας". Προχώρησε ένα βήμα.
-"Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε", είπε ο Πρεσβύτερος, "στάσου στο Κέντρο, για ατίμωση στα μάτια των γλάρων αδελφών σου". Αισθάνθηκε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Τα γόνατά του λύθηκαν, τα φτερά του πάγωσαν. Στ' αφτιά του ανέβηκε βοή. Στο Κέντρο για ατίμωση! Αδύνατον! Το Κατόρθωμα! Δεν μπορούν να το καταλάβουν! Έχουν άδικο, άδικο! "...για παράτολμη επιπολαιότητα", η επίσημη φωνή απήγγειλε, "για παραβίαση αξιοπρέπειας και παράδοσης της Οικογένειας των Γλάρων..." Το να σταθεί στο Κέντρο για ατίμωση σήμαινε πως θα τον έδιωχναν από τη κοινωνία των Γλάρων. Τον καταδίκαζαν σε μοναχική ζωή στους Μακρυνούς Βράχους. "...μια μέρα Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε, θα μάθεις πως η ανευθυνότης δεν αμοίβεται. Η ζωή είναι το άγνωστο που δεν μπορεί να γίνει γνωστό. Ένα μόνο πράγμα ξέρουμε: πως ερχόμαστε στον κόσμο για να τρώμε και για να μείνουμε ζωντανοί όσο το δυνατόν περισσότερο".
Ένας γλάρος δεν απαντά ποτέ στο Συμβούλιο του Κοπαδιού, αλλά ο Τζόναθαν ύψωσε τη φωνή του.
-"Ανευθυνότης! Αδέρφια μου!" φώναξε. "Ποιός είναι πιο υπεύθννος από κείνο το γλάρο που ανακαλύπτει κι ακολουθεί ένα νόημα, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή; Για χιλιάδες χρόνια τρέχουμε πίσω από ψαροκέφαλα, όμως σήμερα έχουμε ένα σκοπό στή ζωή. Να μάθουμε, ν' ανακαλύψουμε, να λευτερωθούμε! Δώστε μου μιαν ευκαιρία, αφήστε με να σας δείξω τι έχω ανακαλύψει..."
Το Κοπάδι θα ήταν σίγουρα από πέτρα.
-"Η Αδελφότης έσπασε!", απήγγειλαν οι γλάροι όλοι μαζί και με τέλεια ομοφωνία, έκλεισαν τ' αφτιά τους και του γύρισαν τις πλάτες.
Ο Τζόναθαν Γλάρος περνούσε πια τις μέρες του μόνος, αλλά πέταξε πέρα από τους Μακρυνούς Βράχους. Η μοναδική του θλίψη δεν ήταν η μοναξιά, ήταν η άρνηση των γλάρων να πιστέψουν στη δόξα του πετάγματος που τους περίμενε. Η άρνηση ν' ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν.
Καθε μέρα μάθαινε και πιο πολλά. Έμαθε πως όταν βουτούσε με μεγάλη ταχύτητα παράλληλα με το ρεύμα, εύρισκε τα σπάνια και νόστιμα ψάρια που κολυμπούσαν σε κοπάδια, τρία μέτρα κάτω από την επιφάνεια του ωκεανού. Δεν είχε ανάγκη πια τις ψαρόβαρκες και το μπαγιάτικο ψωμί, για να επιζήσει. Έμαθε να κοιμάται στον αέρα, βάζοντας πορεία, τη νύχτα, πάνω στον άνεμο του πελάγους κι έτσι κάλυπτε εκατό μίλια από δύση σ' ανατολή. Με τον ίδιο εσωτερικό έλεγχο πέταγε μέσα από βαρειές ομίχλες κι ανέβαινε πάνω από σύννεφα, στους αστραφτερούς ουρανούς, ενώ την ίδια στιγμή οι άλλοι γλάροι σέρνονταν στο έδαφος, βλέποντας μόνον ομίχλη και βροχή. Έμαθε να καβαλά τους ψηλούς ανέμους, που τον έφερναν στη ξηρά, για να τρέφεται κει με νόστιμα έντομα. Ό,τι είχε ελπίσει για το κοπάδι, τώρα το κέρδιζε μόνο για τον εαυτό του. Είχε μάθει να πετά κι όσο για το τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει, δε μετάνοιωνε. Ο Τζόναθαν Γλάρος ανακάλυψε πως η ραθυμία, ο φόβος κι η οργή ήσαν τα αίτια που κάνανε τη ζωή των γλάρων τόσο σύντομη. Μα αυτά είχαν πια χαθεί από το νου του και τώρα ζούσε μια ζωή μεγάλη κι αληθινά όμορφη.
Τότε ήρθαν ένα απόγευμα και βρήκανε τον Τζόναθαν να γλυστρά ήσυχος και μόνος μες στον αγαπημένο του ουρανό. Οι δυο γλάροι που φανερωθήκανε δίπλα στα φτερά του ήταν καθαροί σαν το φως των άστρων κι η λάμψη που έβγαζαν ήταν απαλή και φιλική μες στην αιθέριαν ατμόσφαιρα της νύχτας. Όμως απ' όλα πιο θαυμαστό σ' αυτούς ήταν η δεξιοτεχνία που είχαν καθώς πετούσαν με τις άκρες των φτερών τους, κρατώντας μια σταθερή κι ακριβέστατη απόσταση τριών εκατοστών από τα δικά του. Χωρίς να πει λέξη, ο Τζόναθαν άρχισε να τους δοκιμάζει, με μια δοκιμασία που ποτέ, κανείς γλάρος δεν είχε περάσει. Έστριψε τα φτερά του κι έκοψε ταχύτητα μέχρι ένα μίλι την ώρα. Τα δυο ακτινοβόλα πουλιά κόψανε μαζί του, μαλακά, κρατώντας σταθερά τη θέση τους. Ήξεραν, λοιπόν, το αργό πέταγμα. Δίπλωσε τα φτερά του, κύλησε κι όρμησε σε μια βουτιά εκατόν εννενήντα μιλίων την ώρα. Βούτηξαν κι αυτοί μαζί του, ορμώντας προς τα κάτω μ' άψογο σχηματισμό. Τέλος γύρισε, με την ίδια ταχύτητα, κατ' ευθείαν πρός τα πάνω, σ' ένα κατακόρυφο πέταγμα. Ήρθαν μαζί του, χαμογελώντας. Ξανάρθε στο ίσιο πέταγμα και πέρασε πολλήν ώρα πριν μιλήσει.
-"Πολύ καλά", είπε, «ποιοί είστε σεις";
-"Είμαστε από το Κοπάδι σου, Τζόναθαν. Είμαστε οι αδελφοί σου". Τα λόγια τους ήτανε δυνατά κι ήρεμα. "Ήρθαμε να σε πάρουμε πιο ψηλά. Να σε πάμε σπίτι".
-"Δεν έχω σπίτι. Δεν έχω Κοπάδι. Είμαι Απόβλητος. Και τώρα πετάμε πάνω στον άνεμο του Μεγάλου Βουνού. Δε μπορώ να σηκώσω αυτό το παλιοσώμα ψηλότερα από λίγες ακόμη δεκάδες μέτρα".
-"Κι όμως, μπορείς Τζόναθαν. Γιατί εσύ γνωρίζεις. Το ένα σχολείο τελείωσε κι ήρθε η ώρα ν' αρχίσει κάποιο άλλο".
Όπως τον φώτιζε σ' όλη του τη ζωή, έτσι και τώρα η Κατανόηση ξάστραψε μες στον Τζόναθαν Γλάρο. Είχανε δίκιο. Μπορούσε να πετάξει ψηλότερα κι ήτανε καιρός να γυρίσουν σπίτι. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω στον ουρανό, στον υπέροχο κείνο ασημένιο χώρο όπου είχε μάθει τόσα πολλά.
-"Είμαι έτοιμος!" είπε στο τέλος κι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος υψώθηκε μαζί με τους δυο φωτεινούς, σαν άστρα γλάρους, για να εξαφανιστεί μες στον ολοσκότεινο
ουρανό. "Ώστε αυτός είναι ο Παράδεισος", σκέφτηκε και χαμογέλασε μέσα του, αλλά είναι σχεδόν ασέβεια να κάθεται κανείς να τον εξετάζει ακριβώς την ώρα που πετά, για να περάσει μέσα σ' αυτόν.
Καθώς ερχόταν τώρα από τη Γη, πάνω απο τα σύννεφα και σε κοντινό σχηματισμό με τους δυο ακτινοβόλους γλάρους, είδε πως και το δικό του σώμα άρχιζε να λάμπει σαν και τα δικά τους. Αλήθεια, ήταν πάλι ο ίδιος εκείνος νεαρός γλάρος Τζόναθαν, που πάντα ζούσε πίσω από τα χρυσά του μάτια, αλλά η εξωτερική του μορφή είχε αλλάξει. Την ένιωθε σα σώμα γλάρου, αλλά πέταγε κι όλας πολύ καλύτερα απ' όσο το προηγούμενο σώμα του είχε πετάξει ποτέ. "Με τη μισή προσπάθεια", σκέφτηκε, "φτάνω σε διπλάσια ταχύτητα, διπλάσια επίδοση, από όση στις καλύτερες μέρες μου στη γη"!
Τα φτερά του τώρα άστραφταν με λαμπρό, άσπρο χρώμα κι οι φτερούγες του ήταν μαλακές και τέλειες σαν φύλλα γυαλισμένου ασημιού. Μ' ευχαρίστηση άρχισε να μαθαίνει και να βάζει δύναμη πάνω σ αυτά τα νέα φτερά. Στα διακόσια πενήντα μίλια την ώρα αισθάνθηκε πως πλησίαζε την ανωτάτη ταχύτητα. Στα διακόσια εβδομήντα τρία σκέφτηκε πως πετούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και, για πρώτη φορά, αισθάνθηκε λίγο απογοητευμένος. Υπήρχε ένα όριο στα όσα μπορούσε να κάνει το νέο σώμα, αλλά αν και το πέταγμά του ήταν πολύ πιο γρήγορο από το παλιό του ρεκόρ, υπήρχε ακόμη ένα όριο, που για να το ξεπεράσει, θα 'πρεπε να προσπαθήσει πολύ. "Στον Παράδεισο", σκέφτηκε, "δε θα 'πρεπε να υπάρχουν όρια". Τα σύννεφα παραμέρισαν κι οι συνοδοί τού φώναξαν "καλή προσγείωση" κι εξαφανίστηκαν μες στον αιθέριο αέρα.
Πέταγε πάνω από τη θάλασσα προς μια δαντελωτή παραλία. Ελάχιστοι γλάροι κάναν ασκήσεις πάνω στα βράχια. Ξέμακρα προς τα βόρεια, πάνω στον ορίζοντα, πετούσαν μερικοί ακόμη. Καινούργιο θέαμα, νέες σκέψεις, νέες απορίες. Γιατί τόσοι λίγοι γλάροι; Ο ουρανός θα έπρεπε να είναι γεμάτος κοπάδια γλάρους! Και γιατί αισθάνομαι τόσο κουρασμένος, έτσι ξαφνικά; Οι γλάροι στον ουρανό, υποτίθεται πως δεν επιτρέπεται ποτέ να είναι κουρασμένοι ή να κοιμούνται. Που το είχε ξανακούσει αυτό; Η θύμηση της ζωής του στη Γη είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η Γη υπήρξε γι' αυτόν ένας τόπος όπου έμαθε, βέβαια, πολλά, αλλά οι λεπτομέρειες ήταν θολές -κάτι για αγώνες γύρω από το φαϊ, κάτι για εξορίες...
Δώδεκα γλάροι ήρθαν από την παραλία, να τον προϋπαντήσουνε, χωρίς να μιλήσουν καθόλου. Ένιωσε μόνο πως τον καλοσώριζαν και πως μπορούσε να αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Ήταν μια τόσο μεγάλη μέρα γι' αυτόν, που δεν θυμόταν καν την ανατολή της. Έστριψε για να προσγειωθεί στην ακτή, χτυπώντας τις φτερούγες του για να σταματήσει λίγο στον αέρα και μετά να πέσει ανάλαφρα στην άμμο. Κι οι άλλοι γλάροι προσγειώθηκαν, αλλά κανένας δεν κούνησε ούτε φτερό. Ταλαντεύτηκαν στον αέρα με απλωμένες τις λαμπερές φτερούγες κι έτσι άλλαξαν κάπως την κλίση των φτερών τους. Κι ώσπου να σταματήσουν, την ίδια στιγμή, τα πόδια τους άγγιξαν το έδαφος. Ήταν θαυμάσιος ο έλεγχός τους, αλλά ο Τζόναθαν ήταν τώρα τόσο κουρασμένος για να δοκιμάσει. Κι ενώ στεκόταν στην ακτή, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, αποκοιμήθηκε.
Στις μέρες που ακολούθησαν, ο Τζόναθαν είδε πως υπήρχαν τόσα πολλά να μάθει για το πέταγμα στον τόπο τούτο, όσα και στην προηγούμενη ζωή, που είχε αφήσει πίσω του. Με μια διαφορά όμως. Εδώ υπήρχαν γλάροι που σκέπτονταν, όπως σκεπτόταν κι αυτός. Για τον καθένα τους, το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή ήταν να τείνουν και ν' αγγίζουν την τελειότητα σ' ό,τι αγαπούσαν πιο πολύ, στο πέταγμα. Ήταν υπέροχα πουλιά όλοι τους, και περνούσαν ώρες ολόκληρες κάθε μέρα ασκούμενοι στις πτήσεις, δοκιμάζοντας τη πιο προχωρημένη αεροναυτική.
Για πολύ καιρό ο Τζόναθαν είχε ξεχάσει τον κόσμο απ' όπου είχε έρθει. Το μέρος εκείνο, όπου το Κοπάδι ζούσε με τα μάτια κλειστά στη χαρά του πετάγματος, χρησιμοποιώντας τα φτερά του σαν μέσο για να βρίσκει και να μάχεται για το φαγητό. Υπήρχαν όμως και στιγμές που, για λίγο μόνο, θυμόταν. Τον θυμήθηκε ένα πρωινό που είχε βγεί για πτήση με το δάσκαλο του κι ενώ ξεκουραζόταν στην ακτή, έπειτα από ένα μάθημα απότομων πτήσεων με διπλωμένα φτερά.
-"Μα πού είναι όλος ο κόσμος, Σάλλιβαν;" ρώτησε σιωπηλά, συνηθισμένος πια στην άνετη τηλεπάθεια που χρησιμοποιούσαν οι γλάροι κείνοι, αντί για σκληριές και κραυγές. "Γιατί δεν είμαστε πιο πολλοί εδώ; Από κει που έρχομαι υπάρχουν..."
-"...χιλιάδες και χιλιάδες γλάροι. Το ξέρω". Ο Σάλλιβαν κούνησε το κεφάλι του. "Η μόνη εξήγηση που βλέπω, Τζόναθαν, είναι πως είσαι πράγματι ένα πουλί στο εκατομμύριο. Οι πιο πολλοί από μας ήρθαν εδώ πολύ αργά. Πηγαίναμε από τον ένα κόσμο στον άλλον, που ήταν τόσο όμοιοι, ξεχνώντας αμέσως από πού είχαμε έρθει, χωρίς να νοιαζόμαστε πού πηγαίνουμε, ζώντας για τη στιγμή. Μπορείς άραγε να φανταστείς πόσες ζωές πρέπει να πέρασαν πριν μας έρθει η πρώτη ιδέα ότι υπάρχει στην ζωή κάτι πιο πέρα από το φαγητό ή τον καβγά ή την εξουσία στο Κοπάδι; Χίλιες ζωές, Τζων, δέκα χιλιάδες! Κι ύστερα, άλλες εκατό ζωές για ν' αρχίσουμε να μαθαίνουμε πως υπάρχει κάποιο πράγμα που λέγεται τελείωση κι άλλες εκατό πάλι για να βρούμε την ιδέα πως ο σκοπός στη ζωή μας είναι να φτάσουμε αυτή τη τελείωση και να την εκφράσουμε. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για μας εδώ τώρα. Διαλέγουμε τον επόμενο κόσμο μας με ό,τι μαθαίνουμε σ' αυτόν εδώ. Μη μάθεις τίποτε κι ο επόμενος κόσμος θα είναι ο ίδιος με τούτον εδώ, με όλους τους περιορισμούς και τα μολυβένια βάρη που πρέπει να ξεπεράσεις". Τέντωσε τα φτερά του κι έστριψε το πρόσωπό του στον άνεμο. "Αλλά εσύ, Τζων", είπε, "έμαθες τόσα πολλά με μιας, που δε χρειάστηκε να περάσεις χίλιες ζωές, για να φτάσεις σ' αυτήν εδώ".
Σ' ένα λεπτό πετούσαν πάλι κάνοντας άσκησεις. Οι ανάστροφες πτήσεις σε σχηματισμό ήταν δύσκολες, γιατί καθώς ήταν αναποδογυρισμένος, ο Τζόναθαν έπρεπε να τα σκέφτεται όλα ανάποδα, ν' αναστρέφει την καμπύλη των φτερών του και μάλιστα να την αναστρέφει με ακρίβεια, σε αρμονία με το δάσκαλό του.
-"Ας ξαναδοκιμάσουμε", έλεγε ο Σάλλιβαν, ξανά και ξανά. "Ας ξαναδοκιμάσουμε". Και στο τέλος, "Καλά". Κι άρχιζαν να εξασκούνται στις εξωτερικές περιστροφές.
Ένα βράδυ, οι γλάροι που δεν είχαν νυκτερινή πτήση στέκονταν στην αμμουδιά όλοι μαζί και στοχάζονταν. Ο Τζόναθαν μάζεψε όλο το θάρρος του και πλησίασε τον Πρεσβύτερο Γλάρο, που σύντομα, όπως έλεγαν, θα έφευγε μακρυά από κείνο τον κόσμο.
-"Τσιανγκ..." είπε λίγο αμήχανα. Ο γέρο Γλάρος τον κοίταξε με καλωσύνη.
-"Ναι, γιε μου;" Αντί να τον εξασθενεί η ηλικία ο Πρεσβύτερος έπαιρνε δύναμη απ' αυτή. Ξεπερνούσε όλους τους γλάρους στο Κοπάδι κι ήξερε τεχνικές που οι άλλοι μόλις άρχιζαν να μαθαίνουν.
-"Τσιανγκ, ο κόσμος αυτός ασφαλώς δεν είναι ο Παράδεισος ή μήπως είναι";
Ο Πρεσβύτερος χαμογέλασε μέσα στο φως τον φεγγαριού.
-"Το έμαθες κι αυτό, Τζόναθαν Γλάρε", είπε.
-"Τότε τί συμβαίνει μετά από 'δω; Πού πηγαίνουμε; Υπάρχει άραγε κάποιος τόπος που να είναι ο Παράδεισος";
-"Όχι Τζόναθαν, δεν υπάρχει τέτοιος τόπος. Ο Παράδεισος δεν είναι κάποιος χώρος, δεν είναι κάποιος χρόνος. Ο Παράδεισος είναι το να είσαι τέλειος". Σώπασε για μια στιγμή. "Είσαι πολύ γρήγορος στο πέταγμα, έτσι δεν είναι";
-"Μου... μου αρέσει η ταχύτητα", είπε ο Τζόναθαν σαστισμένος αλλά περήφανος που τον είχε προσέξει ο Πρεσβύτερος.
-"Θ' αρχίσεις ν' αγγίζεις τον Παράδεισο, Τζόναθαν, την στιγμή που θ' αγγίσεις την τέλεια ταχύτητα. Κι αυτή δεν είναι να πετάς με χίλια μίλια την ώρα ή ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα ή να πετάς με την ταχύτητα του φωτός. Γιατί κάθε αριθμός είναι ένα όριο. Κι η τελειότητα δεν έχει όρια. Η τέλεια ταχύτητα, γιε μου, είναι το να βρίσκεσαι κι όλας εκεί". Χωρίς προειδοποίηση ο Τσιανγκ εξαφανίστηκε και φανερώθηκε στην ακροθαλασσιά, είκοσι μέτρα πιο κάτω, μέσα σ' ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Κι ύστερα χάθηκε πάλι και βρέθηκε δίπλα στο Τζόναθαν, πάλι μέσα σ' ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. "Είναι διασκεδαστικό" είπε.
Ο Τζόναθαν είχε ζαλιστεί. Ξέχασε τις ερωτήσεις για τον Παράδεισο.
-"Πώς το κάνετε αυτό; Σαν τί μοιάζει; Πόσο μακρυά μπορείτε να φτάσετε";
-"Μπορείς να πας όπου θέλεις και όποτε θέλεις", είπε ο Πρεσβύτερος. "Έχω πάει παντού όποτε κι όπου το σκέφτηκα". Κοίταξε προς την θάλασσα. "Τι παράξενο. Οι γλάροι που κοροϊδεύουν την τελείωση, επειδή προτιμούν να ταξιδεύουν, δεν πηγαίνουν πουθενά. Εκείνοι που αφήνουν τα ταξίδια για την τελείωση, πηγαίνουν παντού, στη στιγμή. Θυμήσου, Τζόναθαν, ο Παράδεισος δεν είναι κάποιος χώρος ή κάποιος χρόνος, γιατί ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν νόημα, ο Παράδεισος είναι..."
-"Μπορείτε να με διδάξετε να πετάω έτσι;" Ο Τζόναθαν Γλάρος λαχταρούσε να κατακτήσει άλλο ένα μυστήριο.
-"Και βέβαια, αν θες να μάθεις".
-"Θέλω, πότε αρχίζουμε";
-"Μπορούμε ν' αρχίσουμε και τώρα, αν σ' αρέσει".
-"Θέλω να μάθω να πετώ έτσι", είπε ο Τζόναθαν κι ένα παράξενο φως άστραψε στα μάτια του. "Πέστε μου τί να κάνω".
Ό Τσιάνγκ μίλησε αργά και παρατηρούσε με απέραντη προσοχή τον νεαρό γλάρο.
-"Για να πετάξεις με την ταχύτητα της σκέψης, παντού σ' ό,τι υπάρχει", είπε, "πρέπει να ξεκίνησεις ξέροντας ότι έχεις κι όλας φτάσει εκεί".
Το μυστικό, κατά τον Τσιάνγκ, ήταν να πάψει να βλέπει ο Τζόναθαν τον εαυτό του σα φυλακισμένο σ' ένα περιορισμένο σώμα, που 'χε άνοιγμα φτερών σαρανταδύο ίντσες και δυνατότητες, που θα μπορούσαν ν' αποτυπωθούν σ' ένα χάρτη. Το μυστικό ήταν να γνωρίσει πως η αληθινή του φύση ζούσε τέλεια, όσον ο άγραφος αριθμός, παντού ταυτόχρονα, πέρα από το χώρο και το χρόνο.
Ο Τζόναθαν άρχισε καθημερινή προσπάθεια με μανία, από την ανατολή του ήλιου ως τα μεσάνυχτα και παρ' όλες τις προσπάθειές του δε κουνήθηκε ούτε εκατοστό από τη θέση του.
-"'Ασε την πίστη", έλεγε ο Τσιάνγκ ξανά και ξανά. "Δεν σου χρειάστηκε πίστη για να πετάξεις. Σου χρειάστηκε κατανόηση του πετάγματος. Κι αυτό είναι το ίδιο. Δοκίμασε πάλι τώρα".
Έτσι μια μέρα ο Τζόναθαν, καθώς στέκονταν στην ακτή με κλειστά μάτια, συγκεντρωμένος, αναγνώρισε μέσα σε μιαν έκλαμψη κείνο που ο Τσιάνγκ του είχε πει τόσες φορές.
-"Λοιπόν, είναι αλήθεια! Είμαι ένας τέλειος, αδέσμευτος γλάρος"! Αισθάνθηκε ένα δυνατό τράνταγμα χαράς.
-"Ωραία!", είπε ο Τσιάνγκ κι υπήρχε θρίαμβος στη φωνή του. Ο Τζόναθαν άνοιξε τα μάτια του. Στεκόταν μόνος μαζί με τον Πρεσβύτερο σε μιαν εντελώς διαφορετική ακτή. Δέντρα που έπεφταν ως την άκρη του νερού και δυο κίτρινοι δίδυμοι ήλιοι, που γυρνούσαν πάνωθέ τους.
-"Επιτέλους, κατάλαβες" είπε ο Τσιάνγκ αλλά ο έλεγχός σου χρειάζεται δουλειά ακόμη. Ο Τζόναθαν τα έχασε.
-"Πού είμαστε"; Χωρίς να εντυπωσιασθεί καθόλου από το παράξενο περιβάλλον, ο Πρεσβύτερος απάντησε στην ερώτηση ατάραχος.
-"Σε κάποιο πλανήτη προφανώς, με πράσινο ουρανό κι ένα διπλό άστρο για ήλιο".
-"ΓΙΝΕΤΑΙ"!
-"Μα και βέβαια γίνεται, Τζών", είπε ο Τσιανγκ. "Πάντα γίνεται, όταν ξέρεις τι κάνεις. Τώρα για τον έλεγχό σου..."
Όταν γύρισαν ήταν πια νύχτα. Όλοι οι γλάροι κοίταζαν τον Τζόναθαν με δέος στα χρυσά τους μάτια, γιατί τον είχαν δει να εξαφανίζεται από το μέρος που ήταν στηλωμένος από ώρα. Δεν μπορούσε να υποφέρει τα συγχαρητήρια ούτε λεπτό.
-"Εγώ είμαι νεοφερμένος εδώ! Μόλις άρχισα! Εγώ πρέπει να μάθω από σας".
-"Αμφιβάλλω γι' αυτό, Τζών", είπε ο Σάλλιβαν, που στεκόταν κοντά. "Φοβάσαι τη μάθηση λιγώτερο από κάθε άλλο γλάρο που έχω δει εδώ και χιλιάδες χρόνια". Το Κοπάδι έμεινε σιωπηλό κι ο Τζόναθαν κινήθηκε αμήχανα.
-"Μπορούμε ν' αρχίσουμε να δουλεύουμε με το χρόνο, αν θες", είπε ο Τσιάνγκ, "μέχρις ότου καταφέρεις να πετάς στο παρελθόν και στο μέλλον. Και τότε θα είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις το πιο δύσκολο, το πιο δυνατό, το πιο ωραίο απ' όλα. Θα είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις να πετάς προς τα άνω και να μαθαίνεις το νόημα της καλωσύνης και της αγάπης".
Ένας μήνας πέρασε ή κάτι που 'μοιαζε για μήνας κι ο Τζόναθαν μάθαινε με τρομερή ταχύτητα. Πάντα μάθαινε πιο γρήγορα από το συνηθισμένο και τώρα ο ιδιαίτερος μαθητής του ίδιου του Πρεσβύτερου έπαιρνε τις καινούργιες ιδέες σαν ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος με φτερά. Όμως κάποτε έφτασε η μέρα, που ο Τσιάνγκ εξαφανίστηκε. Τους μιλούσε ήρεμα, εξορκίζοντάς τους να μη σταματήσουν ποτέ να μαθαίνουν και ν' ασκούνται και ν' αγωνίζονται για να κατανοήσονν ακόμη πιότερο τη τέλεια, αόρατη αρχή κάθε ζωής. Ύστερα, καθώς μιλούσε, τα φτερά του άρχισαν να γίνονται όλο και πιο λαμπρά, ώσπου στο τέλος έγιναν τόσο φωτεινά, που κανείς γλάρος δε μπορούσε να τον κοιτάξει.
-"Τζόναθαν", είπε. "Συνέχισε να εργάζεσαι για την αγάπη". Κι ήταν αυτές οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε.
Όταν μπόρεσαν να ξανακοιτάξουν, ο Τσιάνγκ είχε χαθεί.


Συνεχίζεται.....
Hlianna (Διαχειριστής)
Administrator
Δημοσιεύσεις: 17802
graph
Αποσυνδεδεμένος Προβολή Προφίλ Μέλους
Φύλο: Θήλυ Τοποθεσία: Αθήνα
Πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Forum για να κάνετε μια δημοσίευση.
 
Μετάβαση στην αρχήΣελίδα: 12345678...10
Συντονιστές: Margo  Bianka 
Μεταφορά στην κορυφή